Συχνά νοσήματα

24ωρη καταγραφή αρτηριακής πίεσης

Η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι μια σχετικά νέα και πολλά υποσχόμενη μέθοδος μέτρησης της αρτηριακής πίεσης, που αναπτύχθηκε τα τελευταία 30-40 χρόνια. Η τεχνική της 24ωρης καταγραφής παρέχει τη δυνατότητα πολλαπλών μετρήσεων της αρτηριακής πίεσης στο «φυσικό» περιβάλλον του ασθενούς κατά τη διάρκεια συνήθων δραστηριοτήτων (εργασία, ανάπαυση, ακόμα και στον ύπνο).

Συσκευή 24ωρης καταγραφής αρτηριακής πίεσηςΗ τεχνική αυτή έχει αποδειχθεί πολύτιμο ερευνητικό εργαλείο για την κατανόηση της συμπεριφοράς της αρτηριακής πίεσης και της υπέρτασης και για την εκτίμηση της δράσης των αντιυπερτασικών φαρμάκων. Αναμφισβήτητα η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης έχει τόσο πλεονεκτήματα όσο και μειονεκτήματα.

Παρ' όλα αυτά υπάρχουν στοιχεία που υποστηρίζουν τη χρησιμότητα της μεθόδου σε αρκετές κλινικές καταστάσεις, όπως στην υπέρταση της λευκής μπλούζας, την επίδραση της λευκής μπλούζας, τη λανθάνουσα υπέρταση, την ανθεκτική υπέρταση, τη μη φυσιολογική μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου (κατάσταση non-dipping), τη δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος και την πρωινή ξαφνική υπέρταση (early-morning surge), την ασταθή υπέρταση, την οριακή υπέρταση, την κύηση και σε κατηγορίες ασθενών, όπως στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και τη μεταμόσχευση νεφρού. Οι ενδείξεις για την κλινική εφαρμογή της δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.

Για να προκύψουν αξιόλογα δεδομένα με τη μέθοδο της 24ωρης καταγραφής της αρτηριακής πίεσης απαιτείται η εκπλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων. Βασική προϋπόθεση είναι η επιλογή κατάλληλης συσκευής. Οι συσκευές που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι οι ηλεκτρονικές, που μετρούν την αρτηριακή πίεση στο βραχίονα με την ταλαντωσιμετρική (oscillometric) μέθοδο, κατά την οποία ανιχνεύονται οι παλμοί της αρτηριακής πίεσης, και με αυτόν τον τρόπο υπολογίζονται οι συστολικές και διαστολικές τιμές με βάση κάποιον αλγόριθμο. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι οι ήχοι του περιβάλλοντος δεν επηρεάζουν τις μετρήσεις, αλλά είναι ευαίσθητες στις κινήσεις του άνω άκρου.

Οι μεταλλικές και οι υδραργυρικές συσκευές χρησιμοποιούνται σπανιότερα. Συσκευές που μετρούν την αρτηριακή πίεση στο δάκτυλο ή στον καρπό δεν θεωρούνται αξιόπιστες. Επίσης υπάρχουν συσκευές που μετρούν την αρτηριακή πίεση με την ακουστική (auscultatory) μέθοδο, κατά την οποία γίνεται ανίχνευση των ήχων του Korotkoff με προσαρμοσμένο μικρόφωνο. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι η κίνηση του άνω άκρου δεν επηρεάζει τις μετρήσεις, αλλά είναι ευαίσθητες στους ήχους του περιβάλλοντος.

Κάποιες από τις διαθέσιμες ηλεκτρονικές συσκευές 24ωρης καταγραφής της αρτηριακής πίεσης, παρά το σχετικά υψηλό κόστος τους, είτε δεν έχουν ελεγχθεί ως προς την αξιοπιστία τους είτε έχουν αποδειχθεί αναξιόπιστες.

Υπάρχουν καθορισμένα πρωτόκολλα για την αξιολόγηση της ακρίβειας των συσκευών μέτρησης της αρτηριακής πίεσης συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προορίζονται για την 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης. Από το Νοέμβριο του 2003 ένας ενημερωμένος κατάλογος των εγκεκριμένων συσκευών για 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι διαθέσιμος στο διαδίκτυο στον ιστότοπο www.dableducational.org. Οι συσκευές που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο είναι είτε αναξιόπιστες είτε άγνωστης αξιοπιστίας.

Προσοχή πρέπει να δίνεται στην επιλογή κατάλληλης περιχειρίδας. Υπάρχουν ενδείξεις ότι σε κάθε μέθοδο μέτρησης της αρτηριακής πίεσης η χρήση μικρού αεροθαλάμου σε σύγκριση με το βραχίονα στον οποίο εφαρμόζεται, μπορεί να οδηγήσει σε υπερεκτίμηση της αρτηριακής πίεσης, ενώ αντίθετα η χρήση μεγαλύτερου αεροθαλάμου μπορεί να οδηγήσει σε υποεκτίμηση της αρτηριακής πίεσης.

Για την 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία. Αφού ενημερωθεί επαρκώς ο ασθενής, γίνεται μέτρηση της αρτηριακής πίεσης με το συμβατικό τρόπο και στους δύο βραχίονες. Αν η αρτηριακή πίεση βρεθεί ίση, επιλέγεται ο βραχίονας στο μη κυρίαρχο άκρο, ειδάλλως αν βρεθεί διαφορά στη συστολική αρτηριακή πίεση πάνω από 10 mmHg, επιλέγεται ο βραχίονας με την υψηλότερη τιμή. Στη συνέχεια τοποθετείται η κατάλληλη περιχειρίδα στο βραχίονα και συνδέεται με τη συσκευή, που συνήθως σταθεροποιείται στη ζώνη του ασθενούς.

Για τη μέτρηση επιλέγεται μια από τις συνηθισμένες εργάσιμες ημέρες, κατά τις οποίες η αρτηριακή πίεση είναι υψηλότερη σε σχέση με τις ημέρες που ο ασθενής μένει στο σπίτι. Οι περισσότερες συσκευές είναι προγραμματισμένες να εκτελούν μετρήσεις κάθε 15-20 λεπτά κατά τη διάρκεια της ημέρας και κάθε 30-60 λεπτά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Την ημέρα απαιτούνται τουλάχιστον 14 μετρήσεις και τη νύχτα τουλάχιστον 7 για να θεωρηθεί αξιόπιστη η μέθοδος. Συνήθως η καταγραφή γίνεται για ένα 24ωρο, αλλά δεν αποκλείεται να απαιτηθούν περισσότερες της μίας 24ωρες καταγραφές. Παράλληλα από τον ασθενή γίνεται καταγραφή των δραστηριοτήτων του (π.χ εργασία, βάδιση, άθληση, ανάβαση κλίμακας, ύπνος, αφύπνιση, συναισθηματική φόρτιση, ανάπαυση, λήψη φαρμακευτικής αγωγής κ.α.) στην ειδική κάρτα δραστηριοτήτων που του έχει χορηγηθεί ώστε να γίνει ερμηνεία των καταγεγραμμένων μετρήσεων και εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων.

Στο τέλος της διαδικασίας η συσκευή αποσυνδέεται και τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί εισάγονται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, όπου γίνεται η επεξεργασία τους. Τα περισσότερα προγράμματα παρέχουν γραφική αναπαράσταση των αποτελεσμάτων και στατιστική ανάλυση. Με την επεξεργασία των μετρήσεων υπολογίζεται η μέση τιμή 24ώρου, η μέση ημερήσια και η μέση νυκτερινή τιμή και το συστολικό και διαστολικό φορτίο κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας. Ως φορτίο πίεσης ορίζεται το ποσοστό των μετρήσεων που υπερβαίνει μια συγκεκριμένη τιμή, που έχει οριστεί ως οριακή

Σε σύγκριση με τις μετρήσεις στο ιατρείο, η 24ωρη καταγραφή πλεονεκτεί επειδή:

  • Είναι αυτονόητο ότι η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης παρέχει τη δυνατότητα για πολύ μεγαλύτερο αριθμό μετρήσεων σε σχέση με τις συμβατικές μεθόδους μέτρησης της αρτηριακής πίεσης, ιδίως σε σχέση με τη μέτρηση στο ιατρείο, όπου η δυνατότητα για επανειλημμένες μετρήσεις είναι περιορισμένη.
  • Παρέχεται η δυνατότητα για τη διενέργεια μετρήσεων σε περιβάλλον εκτός ιατρείου και επιπλέον, λόγω της πλήρως αυτοματοποιημένης διαδικασίας, γίνεται περιττή η ανάγκη παρουσίας παρατηρητή κατά τη μέτρηση και έτσι αποκλείεται κάθε επίδρασή του στις μετρήσεις. Συνεπώς παρέχεται πιο ολοκληρωμένη εικόνα της ημερήσιας διακύμανσης της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς στις μεταβαλλόμενες συνθήκες κατά τη διάρκεια ενός τυπικού 24ώρου. Αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για τη διάγνωση καταστάσεων, όπως της «υπέρτασης της λευκής μπλούζας» και της «επίδρασης της λευκής μπλούζας».
  • Επίσης η δυνατότητα για τη διενέργεια μετρήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου παρέχει μετρήσεις ακόμα και κατά τη διάρκεια του ύπνου κάνοντας δυνατή την αναγνώριση του φαινομένου της «πτώσης της νυκτερινής πίεσης». Σε ποσοστό 10-20% των υπερτασικών ατόμων (non-dippers) παρατηρείται μειωμένη πτώση της αρτηριακής πίεσης κατά τον ύπνο (<10% συγκριτικά με τη μέση τιμή της ημέρας). Το φαινόμενο αυτό φαίνεται να συνδέεται με βαρύτερη προσβολή οργάνων-στόχων και με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
  • Έχει καλύτερη προγνωστική αξία και συσχετίζεται καλύτερα με δείκτες προσβολής οργάνων στόχων (υπερτροφία ή δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, μικρολευκωματινουρία, υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια, ισχαιμικές βλάβες εγκεφάλου), γεγονός που δίνει εξαιρετική σημασία στη μέθοδο αυτή για την απόφαση για την έναρξη ή την τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής.
  • Ως μέθοδος έχει καλύτερη επαναληψιμότητα σε σχέση με τις κλινικές μετρήσεις και βελτιώνει την ακρίβεια των μετρήσεων αφού με την περαιτέρω επεξεργασία των μετρήσεων, προκύπτουν η μέση τιμή 24ώρου, η μέση τιμή κατά τη διάρκεια της ημέρας και η μέση τιμή κατά τη διάρκεια της νύκτας.
  • Επιπλέον, παρά το φαινομενικά υψηλό κόστος της μεθόδου, μια προσεκτικότερη εξέταση του ζητήματος πιθανώς να αποδείξει ότι η κατάλληλη χρήση της 24ωρης καταγραφής συμβάλλει στη μείωση του κόστους μέσω της μείωσης των απαιτούμενων αντιυπερτασικών φαρμάκων.

Αν και η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης ήδη έχει περάσει από την έρευνα στην κλινική πράξη, τα μειονεκτήματά της δεν φαίνεται να περιορίζουν τη σημασία της. Τα σημαντικότερα προβλήματα της τεχνικής είναι τα εξής:

  • Η επαναληψιμότητά της δεν είναι τόσο καλή ώστε να επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων σε ένα 24ωρο. Περίπου στο 20% των περιπτώσεων μπορεί να παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές διαφορές (>5-10 mmHg) στις τιμές της 24ωρης καταγραφής από μέρα σε μέρα χωρίς αλλαγή της θεραπείας. Ειδικά για τη διάγνωση των non-dippers χρειάζονται τουλάχιστον δύο 24ωρες καταγραφές, επειδή στο 1/3 των περιπτώσεων η αρχική διάγνωση δεν επιβεβαιώνεται.
  • Ανάλυση δεδομένων χρησιμοποιώντας την ίδια αυθαίρετη περίοδο νύκτας για όλους τους ασθενείς (π.χ. 11μμ-7πμ) οδηγεί σε υποεκτίμηση της νυκτερινής πτώσης της πίεσης και σε υπερδιάγνωση των non-dippers. Για την σωστή αξιολόγηση η ανάλυση των δεδομένων πρέπει να γίνεται με βάση το πραγματικό ωράριο ύπνου του κάθε αρρώστου, δηλαδή να εξαιρούνται από το διάστημα της ημέρας όλες οι μετρήσεις που έγιναν κατά τον ύπνο (μεσημεριανό ή βραδινό) και από το διάστημα της νύκτας όλες οι μετρήσεις που έγιναν εκτός κρεβατιού.
  • Δεν υπάρχει βεβαιότητα για τα φυσιολογικά όρια των τιμών της.
  • Επιπλέον υπάρχουν περιορισμοί στη χρήση της. Η κατανόηση της μεθόδου και η συνεργασία από την πλευρά του ασθενούς είναι απαραίτητη. Φαίνεται ότι η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης μπορεί να μην είναι ακριβής σε περιπτώσεις αρρυθμίας, όπως π.χ. στην κολπική μαρμαρυγή. Το ίδιο συμβαίνει εάν οι μετρήσεις γίνονται κατά την κίνηση του άνω άκρου π.χ. κατά τη σωματική άσκηση ή την οδήγηση. Βέβαια οι περισσότερες συσκευές είναι προγραμματισμένες για επανάληψη της μέτρησης σε περίπτωση λανθασμένης μέτρησης. Ο γενικός κανόνας είναι ότι η 24ωρη καταγραφή δεν θεωρείται έγκυρη εάν είναι κατάλληλες για ανάλυση λιγότερες από το 85% των μετρήσεων. Η αναγνώριση των μη έγκυρων μετρήσεων είναι υπό εξέταση, αλλά είναι αποδεκτό ότι οι επεμβάσεις θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο.
  • Οι περισσότεροι ασθενείς βρίσκουν τη μέθοδο αποδεκτή, αλλά παρ’ όλα αυτά υποκειμενικά ενοχλήματα, όπως διαταραχή ύπνου, ενόχληση, πετέχειες και μώλωπες από την εφαρμογή της περιχειρίδας, είναι αρκετά συχνά, αν και λίγοι θα είχαν αντίρρηση στην επανάληψή της αν κρινόταν σκόπιμο.
  • Δεν έχει γίνει πλήρης ανάλυση κόστους-οφέλους για την ευρεία κλινική εφαρμογή της και κατά συνέπεια δεν είναι γνωστό αν η χρήση της δε συμβάλλει στη βελτίωση της πρόγνωσης των ασθενών. Αντίθετα, η αλόγιστη και εκτεταμένη χρήση της είναι βέβαιο ότι επιβαρύνει σημαντικά το κόστος περίθαλψης των ασθενών με υπέρταση.
  • Λίγες από τις διαθέσιμες στην αγορά συσκευές πληρούν τα αναγνωρισμένα κριτήρια αξιοπιστίας.

Πρωτόκολλο εφαρμογής στην πράξη:

  • Οι κλινικές ενδείξεις για την εφαρμογή της μεθόδου δεν έχουν αποσαφηνιστεί ακόμα. Σίγουρα υπό κανονικές συνθήκες δεν είναι η κατάλληλη μέθοδος για τη λήψη μιας αρχικής εκτίμησης, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως συμπληρωματική μέθοδος, αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί ο έλεγχος ρουτίνας και έχουν γίνει αρκετές μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης κατά τις επισκέψεις στο ιατρείο.
  • Η βασική ένδειξη για τη χρήση της μεθόδου είναι η υποψία ότι οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο δεν είναι αντιπροσωπευτικές της πραγματικής αρτηριακής πίεσης του ατόμου. Μία προτεινόμενη στρατηγική έχει ως εξής: αν η αρτηριακή πίεση στο ιατρείο σε επανειλημμένες μετρήσεις κυμαίνεται σταθερά στα όρια 140-160/90-104 mmHg, γίνονται επιπλέον μετρήσεις (από το νοσηλευτικό ή τεχνικό προσωπικό) για να επιβεβαιωθούν και απουσία του ιατρού για την εξαίρεση του φαινομένου της επίδρασης της λευκής μπλούζας. Αν και έτσι προκύπτουν τιμές άνω των 140/90 mmHg, οι ασθενείς κατηγοριοποιούνται με βάση την ύπαρξη βλάβης οργάνων-στόχων, όπως υπερτροφία αριστεράς κοιλίας ή πρωτεϊνουρία, και σχετιζόμενους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως σακχαρώδης διαβήτης και δυσλιπιδαιμία. Σε όσους αποδειχτεί ότι συνυπάρχουν αυτές οι καταστάσεις επιλέγεται να χορηγηθεί φαρμακευτική ή μη αγωγή. Οι υπόλοιποι είναι υποψήφιοι για περαιτέρω μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης εκτός ιατρείου με κάποια μέθοδο, είτε με μέτρηση της αρτηριακής πίεσης στο σπίτι, είτε με 24ωρη καταγραφή για να αποφασιστεί η χορήγηση της αγωγής. Από τις δύο μεθόδους η πιο αξιόπιστη θεωρείται η δεύτερη. Σε κάθε περίπτωση πάντως η διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση εξατομικεύεται για κάθε ασθενή. Το γνωστικό υπόβαθρο και η κλινική εμπειρία του ιατρού παραμένουν ακρογωνιαίος λίθος και στην αξιολόγηση των δεδομένων που προκύπτουν από την 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης.
  • Χρησιμοποιούνται μόνο συσκευές που πληρούν αναγνωρισμένα κριτήρια αξιολόγησης.
  • Η καταγραφή γίνεται σε συνηθισμένη εργάσιμη μέρα.
  • Ο ασθενής ακολουθεί κατά το δυνατόν τις συνηθισμένες δραστηριότητές του.
  • Οι μετρήσεις γίνονται την ημέρα ανά 15-30 λεπτά και τη νύχτα ανά 30-60 λεπτά.
  • Ανάλυση ημέρας και νύχτας γίνεται με βάση τις ώρες που ο ασθενής ήταν στο κρεβάτι.

Ενδείξεις εφαρμογής στην πράξη:

Σε γενικές γραμμές υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των εταιρειών υπέρτασης για τη χρησιμότητα της 24ωρης καταγραφής σε επιλεγμένες περιπτώσεις στην κλινική πράξη ως συμπληρωματική μέθοδο των μετρήσεων που γίνονται από τον γιατρό. Κύριες ενδείξεις εφαρμογής είναι οι εξής:

Υπέρταση της λευκής μπλούζας (white-coat hypertension)

  • Το φαινόμενο της «υπέρτασης της λευκής μπλούζας» αναφέρεται στη διαπίστωση τιμών αρτηριακής πίεσης 140/90 mmHg η μεγαλύτερων σε τουλάχιστον 3 συμβατικές μετρήσεις στο ιατρείο, ενώ παράλληλα είτε έχουν διαπιστωθεί τουλάχιστον 2 τιμές κάτω των 140/90 mmHg εκτός ιατρείου είτε τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης με την 24ωρη καταγραφή κυμαίνονται σε φυσιολογικά επίπεδα. Επίσης συνυπάρχει απουσία ένδειξης βλάβης οργάνων-στόχων.
  • Η υπέρταση της λευκής μπλούζας υπάρχει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό σε όλους τους υπερτασικούς ασθενείς. Η συχνότητά της υπολογίζεται από το 33% στους νεότερους έως και στο 50% στους μεσήλικες ασθενείς, οι οποίοι είχαν υψηλή τιμή της αρτηριακής πίεσης στον αρχικό έλεγχό της στο ιατρείο. Επίσης αναφέρεται ότι το φαινόμενο παρατηρείται στο 15-35% των ασθενών που ήδη λαμβάνουν αντιυπερτασική φαρμακευτική αγωγή. Τα ποσοστά ποικίλλουν ανάλογα με τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται. Πάντως στο γενικό πληθυσμό η συχνότητα υπολογίζεται στο 10%. Υπάρχουν μελέτες που καταδεικνύουν ότι η πιθανότητα εμφάνισης της υπέρτασης της λευκής μπλούζας αυξάνεται όταν στις κλινικές μετρήσεις η συστολική αρτηριακή πίεση είναι μεταξύ 140-159 mmHg ή η διαστολική αρτηριακή πίεση είναι μεταξύ 90-99 mmHg, στο γυναικείο φύλο, σε μη καπνιστές, σε περιπτώσεις περιορισμένου αριθμού μετρήσεων της αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο, σε φυσιολογική μάζα της αριστεράς κοιλίας. Συνεπώς, επειδή ο μοναδικός τρόπος διάγνωσης είναι η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης εκτός ιατρείου, γίνεται προφανής η αξία της 24ωρης καταγραφής της αρτηριακής πίεσης επί υποψίας υπέρτασης της λευκής μπλούζας.
  • Όπως και άλλες καταστάσεις στην κλινική πράξη, η υπέρταση της λευκής μπλούζας ορίζεται αυθαίρετα με στόχο την καλύτερη αξιολόγηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία στο αν η υπέρταση της λευκής μπλούζας είναι αθώα κατάσταση ή αν δικαιολογεί τη χορήγηση αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής. Άλλωστε η χορήγηση αντιυπερτασικής αγωγής σε άτομα με υπέρταση της λευκής μπλούζας δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αρτηριακής πίεσης εκτός ιατρείου. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι σε περιπτώσεις υπέρτασης της λευκής μπλούζας, εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις βλάβης οργάνων-στόχων και υπάρχει μικρός καρδιαγγειακός κίνδυνος, η φαρμακευτική αγωγή δεν συνιστάται.
  • Η υπέρταση της λευκής μπλούζας θεωρείται «προϋπερτασικό στάδιο», το οποίο εξελίσσεται σε εγκατεστημένη αρτηριακή υπέρταση στο μέλλον. Συνεπώς τα άτομα με υπέρταση της λευκής μπλούζας δεν θεωρούνται νορμοτασικά. Η κατάσταση αυτή παρομοιάζεται με τη διαταραχή της ανοχής γλυκόζης, η οποία προηγείται της εμφάνισης του σακχαρώδους διαβήτη. Η υπέρταση της λευκής μπλούζας σχετίζεται με χαμηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο σε σχέση με καταστάσεις, όπου τα επίπεδα της 24ωρης καταγραφής είναι υψηλά. Πάντως, ανεξάρτητα με το αν η υπέρταση της λευκής μπλούζας είναι φυσιολογική ή παθολογική κατάσταση, η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι άριστη μέθοδος παρακολούθησης αυτής της κατάστασης. Η διάγνωση πρέπει να επιβεβαιώνεται σε 3-6 μήνες και στη συνέχεια να γίνεται παρακολούθηση κάθε χρόνο με 24ωρη καταγραφή για την πιθανότητα εμφάνισης σταθερής υπέρτασης, οπότε και η χορήγηση αντιυπερτασικής αγωγής είναι αδιαμφισβήτητα επιβεβλημένη.

Επίδραση (αντίδραση) της λευκής μπλούζας (white-coat effect)

  • Πρόκειται για φαινόμενο διαφορετικό από την «υπέρταση της λευκής μπλούζας» και μέχρι πρόσφατα ήταν σχετικά παραγνωρισμένο. Αναφέρεται στη διαπίστωση αυξημένων τιμών της αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο σε σχέση με τη μέση τιμή της 24ωρης καταγραφής και παρατηρείται στα περισσότερα υπερτασικά άτομα. Είναι προφανές ότι η διαφορά μεταξύ των δύο φαινομένων (υπέρταση και αντίδραση της λευκής μπλούζας) δεν είναι ποιοτική, αλλά ποσοτική. Σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς το φαινόμενο της επίδρασης της λευκής μπλούζας αναφέρεται σε κλινικά σημαντική διαφορά της αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο σε σχέση με τη μέση τιμή της 24ωρης καταγραφής: τιμές αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο, οι οποίες υπερβαίνουν τη μέση 24ωρη αρτηριακή πίεση κατά >20 mmHg όσον αφορά τη συστολική πίεση (ΣΑΠ) ή/και κατά >10 mmHg όσον αφορά τη διαστολική πίεση (ΔΑΠ), ανεξάρτητα από το αν τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης είναι φυσιολογικά ή μη. Παρόμοιες διαφορές εμφανίζονται περίπου στο 73% των υπερτασικών ατόμων που παίρνουν αγωγή και πιο συχνά στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, σε ηλικιωμένους και σε άτομα με συστολική υπέρταση. Η αντίδραση της λευκής μπλούζας είναι συχνή ακόμα και σε υπερτασικά άτομα που λαμβάνουν αντιυπερτασική αγωγή και μπορεί να οδηγήσει σε υπερεκτίμηση της υπέρτασης και άρα σε υπερθεραπεία. Συνεπώς, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν για την υπέρταση της λευκής μπλούζας, η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης αποδεικνύεται πολύτιμη στη διάγνωση αυτής της κατάστασης.

Συγκαλυμμένη υπέρταση ή αντίστροφη αντίδραση λευκής μπλούζας (masked hypertension, isolated ambulatory hypertension, reverse white-coat hypertension, white-coat normo-tension)

  • Πρόκειται για πρόσφατα αναγνωρισμένο φαινόμενο, κατά το οποίο η αρτηριακή πίεση κυμαίνεται σε φυσιολογικά επίπεδα κατά τη συμβατική μέτρηση στο ιατρείο (τουλάχιστον 2-3 επισκέψεις), ενώ η μέση τιμή της με την 24ωρη καταγραφή είναι υψηλή. Το φαινόμενο αυτό είναι το αντίστροφο του φαινομένου της υπέρτασης της λευκής μπλούζας. Δύο ορισμοί έχουν προταθεί: αρτηριακή πίεση στο ιατρείο <140/90 mmHg και είτε μέση τιμή 24ωρης καταγραφής κατά τη διάρκεια της ημέρας >135/85 mmHg, είτε μέση τιμή μετρήσεων στο σπίτι >135/85 mmHg.
  • Είναι προφανές ότι τα άτομα με λανθάνουσα υπέρταση πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υπερτασικά. Στην πράξη όμως διαφεύγουν της προσοχής του ιατρού και έτσι υποτιμάται ο καρδιαγγειακός τους κίνδυνος. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις από 9% έως και 23% των ατόμων, που θεωρήθηκαν νορμοτασικά με τη συμβατική μέτρηση της αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο, έχουν υπέρταση με βάση την 24ωρη καταγραφή. Η σημασία αυτού του ευρήματος δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά, δεδομένου του καλύτερου συσχετισμού της 24ωρης καταγραφής με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο, μπορεί να υπάρχει συσχετισμός της λανθάνουσας υπέρτασης με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Συνεπώς η λανθάνουσα υπέρταση δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική κατάσταση και να αγνοηθεί. Υποψία λανθάνουσας υπέρτασης τίθεται σε άτομα που στο παρελθόν σε κλινική μέτρηση εμφάνισαν αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, σε νεαρά άτομα με φυσιολογική αρτηριακή πίεση στο ιατρείο που εμφανίζουν όμως υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας και γενικότερα ενδείξεις βλάβης οργάνων-στόχων, κληρονομικό ιστορικό υπέρτασης και από τους δύο γονείς, σε άτομα με πολλαπλούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και ενδεχομένως σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Είναι προφανές ότι εξ ορισμού σημαντικό ποσοστό ασθενών με λανθάνουσα υπέρταση θα συνεχίσει να διαφεύγει της διάγνωσης αν ο έλεγχος βασίζεται μόνο σε μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο.

Ανθεκτική υπέρταση (resistant hypertension)

  • Πρόκειται για κατάσταση, κατά την οποία σε υπερτασικό ασθενή εμφανίζονται τιμές αρτηριακής πίεσης στο ιατρείο πάνω από 140/90 mmHg, παρά τη χορήγηση 3 διαφορετικών αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να τεθεί υποψία ακραίου φαινομένου της λευκής μπλούζας. Μελέτες καταδεικνύουν ότι ένα ποσοστό ασθενών με ανθεκτική υπέρταση με κριτήριο τις μετρήσεις στο ιατρείο έχουν φυσιολογική αρτηριακή πίεση 24ώρου και η πρόγνωσή τους είναι σχετικά καλή. Η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, αφού μπορεί να αποκλείσει την «επίδραση της λευκής μπλούζας» ή να επιβεβαιώσει τις τιμές που παρατηρούνται στο ιατρείο και συνεπώς να συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

Υποψία non-dipping (μη φυσιολογική μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου)

  • Η 24ωρη καταγραφή παρέχει μοναδικά τη δυνατότητα για την παρακολούθηση της ημερήσιας και νυκτερινής (κιρκάδιας) μεταβολής της αρτηριακή πίεσης. Φυσιολογικά τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου (νυκτερινά) είναι χαμηλότερα από 10 έως 20% σε σχέση με τα ημερήσια επίπεδα. Αυτό συμβαίνει στα νορμοτασικά άτομα και στους περισσότερους υπερτασικούς ασθενείς. Τα άτομα αυτά χαρακτηρίζονται «dippers» και το φαινόμενο «dipping». Υπάρχουν όμως και άτομα στα οποία δεν παρατηρείται η φυσιολογική μείωση των επιπέδων της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου. Τα άτομα αυτά χαρακτηρίζονται «non-dippers» και αντίστοιχα η κατάσταση «non-dipping». Αυτή η μη φυσιολογική μείωση των επιπέδων της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι ένας ανεξάρτητος και σημαντικός παράγοντας αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου, ιδιαίτερα για την ανάπτυξη υπερτροφίας της αριστεράς κοιλίας και ξαφνικού θανάτου. Το φαινόμενο non-dipping συσχετίζεται με ταχύτερη ανάπτυξη χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας στη νεφρική υπέρταση και στο σακχαρώδη διαβήτη, και με κάποιες εθνικότητες. Επίσης η εκτίμηση της κιρκάδιας μεταβολής της αρτηριακής πίεσης είναι σημαντική, διότι η μη φυσιολογική μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου υποδηλώνει πιθανή δευτεροπαθή υπέρταση. Υποψία non-dipping τίθεται σε άτομα που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα αρτηριακής πίεσης το βράδυ - τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης κατά την αφύπνιση δεν συσχετίζονται καλά με την εμφάνιση νυχτερινής υπέρτασης - ή σε άτομα στα οποία διαπιστώνεται βλάβη οργάνου-στόχου η οποία δεν δικαιολογείται από τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης που παρατηρούνται στο ιατρείο. Υπάρχουν και κάποια άτομα που εμφανίζουν υψηλότερα νυκτερινά επίπεδα αρτηριακής πίεσης σε σχέση με τα ημερήσια. Τα άτομα αυτά χαρακτηρίζονται «inverted dippers» και αντίστοιχα το φαινόμενο «inverted dipping» Η κατάσταση αυτή φαίνεται ότι επίσης συσχετίζεται με μεγαλύτερη θνητότητα. Για τη διάγνωση των non-dippers χρειάζονται περισσότερες της μίας 24ωρες καταγραφές, επειδή σε σημαντικό ποσοστό ασθενών η διάγνωση διαφέρει στη δεύτερη καταγραφή. Πάντως παραμένει ασαφές εάν η επαναφορά από την κατάσταση non-dipping στην κατάσταση dipping ανεξάρτητα και από μόνη της μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ΑΝΣ), ορθοστατική υπόταση

  • Οι ηλικιωμένοι συχνά εμφανίζουν ανεπάρκεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ΑΝΣ), γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε εναλλασσόμενες περιόδους υπέρτασης και υπότασης κατά τη διάρκεια του 24ώρου. Η αρτηριακή πίεση αυτών των ατόμων είναι εξαιρετικά ασταθής, εξαρτάται από τη θέση του σώματος και κατά την κατάκλιση μπορεί να είναι αρκετά υψηλή. Όλα αυτά μπορεί να εκδηλωθούν με αίσθημα ζάλης κατά την παρατεταμένη ορθοστασία ή συγκοπικά επεισόδια. Επίσης στους ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς τα επίπεδα της συστολικής αρτηριακή πίεσης, που μετρούνται συμβατικά στο ιατρείο, μπορεί να είναι κατά μέσο όρο 20 mmHg υψηλότερα σε σύγκριση με τη μέση τιμή της συστολικής αρτηριακή πίεσης κατά τη διάρκεια της ημέρας στην 24ωρη καταγραφή. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υπερεκτίμηση της συστολικής υπέρτασης και πιθανώς την υπερβολική αντιμετώπισή της. Αυτοί οι ασθενείς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις παρενέργειες των αντιυπερτασικών φαρμάκων. Με αυτά τα δεδομένα η 24ωρη καταγραφή της συστολικής αρτηριακή πίεσης παρέχει τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματικό έλεγχο της συστολικής αρτηριακή πίεσης στα άτομα αυτά. Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η 24ωρη καταγραφή της συστολικής αρτηριακή πίεσης είναι καλύτερος προγνωστικός δείκτης των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε σύγκριση με τα επίπεδα της συστολικής αρτηριακή πίεσης που μετρούνται στο ιατρείο.

Πρωινή ξαφνική υπέρταση (early-morning surge)

  • Η αιφνίδια άνοδος της αρτηριακής πίεσης με την αφύπνιση μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αιφνίδιο θάνατο, οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τις πρωινές ώρες, και μπορεί να αποτυπωθεί με τη μέθοδο της 24ωρης καταγραφής.

Ασταθής υπέρταση (labile hypertension)

  • Ο όρος είναι κάπως μη περιγραφικός, διότι κάθε τύπος υπέρτασης είναι «ασταθής». Η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης μπορεί να φανεί εξαιρετικά χρήσιμη στην παρακολούθηση παροξυσμικής υπέρτασης. Θα μπορούσε να τεθεί υποψία φαιοχρωμοκυτώματος αν και η υπέρταση σε αυτήν την κατάσταση δεν είναι πάντα ασταθής. Μια πολύ πιο συχνή αιτία ασταθούς υπέρτασης είναι οι κρίσεις πανικού, που συνοδεύονται από ξαφνική αύξηση της αρτηριακής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού και θα μπορούσαν να διερευνηθούν με την 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης.

Οριακή υπέρταση (borderline hypertension)

  • Πρόκειται για φαινόμενο, το οποίο δεν έχει οριστεί με απόλυτη σαφήνεια. Ενδεικτικά αναφέρεται σε περιπτώσεις, όπου μερικές μετρήσεις στο ιατρείο και/ή το σπίτι κυμαίνονται σε επίπεδα άνω των φυσιολογικών, ενώ άλλες είναι εντός των φυσιολογικών ορίων. Στον ορισμό θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν και τα ανώτερα φυσιολογικά όρια. Λόγω των διαφορετικών μετρήσεων που εξ ορισμού υπάρχουν, η 24ωρη καταγραφή μπορεί να παράσχει επιπλέον στοιχεία, μέσω της αξιολόγησης του καρδιαγγειακού κινδύνου, για την κατηγοριοποίηση αυτού του είδους της υπέρτασης. Πάντως κάποιο ποσοστό ασθενών με οριακή υπέρταση πιθανώς στην πραγματικότητα εμφανίζει υπέρταση της λευκής μπλούζας.

Κύηση

  • Αν και οι φυσιολογικές τιμές στην 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης κατά την κύηση δεν είναι σαφείς, υπάρχουν δεδομένα από μικρότερες έρευνες. Η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποκλεισμό της υπέρτασης της λευκής μπλούζας σε μία έγκυο γυναίκα που εμφανίζει υψηλές τιμές αρτηριακής πίεσης με τις συμβατικές μεθόδους. Είναι σαφές ότι η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι πιο ευαίσθητη και πιο ειδική μέθοδος για την αναγνώριση της υπέρτασης. Οι τιμές της αρτηριακής πίεσης που λαμβάνονται με τη μέθοδο της 24ωρης καταγραφής συσχετίζονται καλύτερα με την εμφάνιση πρωτεϊνουρίας και άλλων υπερτασικών επιπλοκών κατά την κύηση σε σύγκριση με αυτές που λαμβάνονται με συμβατικές μεθόδους. Η υπέρταση της λευκής μπλούζας φαίνεται να είναι συχνή στις έγκυες γυναίκες και η χορήγηση αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής θα μπορούσε να είναι πιο συγκρατημένη. Παρ’ όλα αυτά η συνεχής παρακολούθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης είναι επιβεβλημένη για την αναγνώριση των εγκύων που από υπέρταση της λευκής μπλούζας αναπτύσσουν τελικά προεκλαμψία.

Ειδικές ομάδες ασθενών

  • Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 η 24ωρη καταγραφή είναι χρήσιμη, διότι μπορεί να αναδείξει κατάσταση non-dipping, η οποία συσχετίζεται με την εμφάνιση μικρολευκωματινουρίας και καρδιαγγειακών συμβαμάτων στο μέλλον σε αυτούς τους ασθενείς.
  • Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης έχει ρόλο στην ορθή αξιολόγηση της υπέρτασης αναγνωρίζοντας φαινόμενα, όπως υπέρταση της λευκής μπλούζας, λανθάνουσα υπέρταση κ.α. Επιπλέον υπάρχουν στοιχεία ότι η κατάσταση non-dipping μπορεί να σχετίζεται με επακόλουθη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, μικρολευκωματινουρία και θάνατο. Επίσης η 24ωρη καταγραφή κατά το διάστημα μεταξύ των αιματοκαθάρσεων σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια πιθανώς να δίνει καλύτερη εικόνα του προφίλ της αρτηριακής πίεσης σε σχέση με τη μεμονωμένη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης πριν και μετά την αιμοκάθαρση.
  • Σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης έχει ρόλο στην αναγνώριση και παρακολούθηση του φαινομένου non-dipping, που είναι συχνό στο διάστημα αμέσως μετά τη μεταμόσχευση και φαίνεται ότι σχετίζεται με τη χρήση κυκλοσπορίνης.

Αξιολόγηση μετρήσεων - Φυσιολογικά όρια:

Για τη χρησιμοποίηση της 24ωρης καταγραφής της αρτηριακής πίεσης στην κλινική πράξη απαιτείται καθορισμός κριτηρίων για τον ορισμό των φυσιολογικών και παθολογικών τιμών. Σε πολλές μελέτες έγινε απόπειρα καθορισμού των φυσιολογικών ορίων της 24ωρης καταγραφής. Το κοινό σημείο σε πολλές από αυτές είναι ότι τόσο τα φυσιολογικά όσο και τα υπερτασικά άτομα έχουν χαμηλότερες μετρήσεις με την 24ωρη καταγραφή σε σχέση με τις μετρήσεις στο ιατρείο.

Ο κύριος λόγος γι’ αυτό το εύρημα είναι ότι στις μετρήσεις της 24ωρης καταγραφής συμπεριλαμβάνονται και οι μετρήσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου, όπου φυσιολογικά παρατηρείται πτώση της αρτηριακής πίεσης. Συνεπώς στην κλινική πράξη δεν πρέπει να γίνεται εξίσωση της 24ωρης καταγραφής με τις μετρήσεις στο ιατρείο και γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιούνται διάφορες μέθοδοι για τον καθορισμό των φυσιολογικών ορίων της 24ωρης καταγραφής που καταλήγουν σε παρόμοιες τιμές.

Η πιο πρακτική πρόταση για την αξιολόγηση των τιμών της 24ωρης καταγραφής διατυπώθηκε από την Αμερικανική Εταιρεία Υπέρτασης και υιοθετήθηκε και από την αντίστοιχη Βρετανική Εταιρεία. Η αξιολόγηση βασίζεται στις μέσες τιμές της πίεσης στο 24ωρο, την ημέρα και τη νύκτα. Το φορτίο πίεσης (ποσοστό μετρήσεων με τιμές >140/90 mmHg για την ημέρα ή >120/80 mmHg για τη νύκτα) αν και υπολογίζεται από τα περισσότερα προγράμματα γίνεται όλο και λιγότερο δημοφιλές. Τιμές φορτίου <15% θεωρούνται μάλλον φυσιολογικές, >30% μάλλον παθολογικές και ενδιάμεσες τιμές οριακές.

Τα προτεινόμενα όρια τιμών της αρτηριακής πίεσης για την αξιολόγηση της 24ωρης καταγραφής έχουν ως εξής:

  • Για τη μέση τιμή 24ώρου οριακή τιμή είναι 130-135/80-85 mmHg. Τιμές χαμηλότερες των 130/80 mmHg θεωρούνται μάλλον φυσιολογικές, ενώ τιμές άνω των 135/85 mmHg μάλλον παθολογικές.
  • Για τη μέση τιμή κατά τη διάρκεια της ημέρας οριακή τιμή είναι 135-140/85-90 mmHg. Τιμές χαμηλότερες των 135/85 mmHg θεωρούνται μάλλον φυσιολογικές, ενώ τιμές άνω των 140/90 mmHg μάλλον παθολογικές.
  • Για τη μέση τιμή κατά τη διάρκεια της νύχτας οριακή τιμή είναι 120-125/75-80 mmHg. Τιμές χαμηλότερες των 120/75 mmHg θεωρούνται μάλλον φυσιολογικές, ενώ τιμές άνω των 125/80 mmHg μάλλον παθολογικές.

 

Παράμετροι/Τιμές Μάλλον φυσιολογικές τιμές Οριακές τιμές Μάλλον παθολογικές τιμές
Μέση τιμή 24ώρου < 130/80 mmHg 130-135/80-85 mmHg >135/85 mmHg
Μέση τιμή ημέρας <135/85 mmHg 135-140/85-90 mmHg >140/90 mmHg
Μέση τιμή νύχτας <120/75 mmHg 120-125/75-80 mmHg >125/80 mmHg
Φορτίο ημέρας (ποσοστό μετρήσεων >140/90 mmHg) <15% 15-30% >30%
Φορτίο νύχτας (ποσοστό μετρήσεων >120/80 mmHg) <15% 15-30% >30%

 

Πρέπει να τονιστεί ότι οι τιμές αυτές δεν είναι αποδεικτικές, αλλά ενδεικτικές της διάγνωσης. Για τις οριακές τιμές συνιστάται χρησιμοποίηση και άλλων μεθόδων για την ασφαλή διάγνωση, όπως αξιολόγηση βλάβης οργάνων-στόχων (π.χ. με υπερηχογράφημα καρδιάς), εκτίμηση συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου και μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης στο σπίτι. Τα διαστήματα ημέρας και νύχτας καθορίζονται με βάση το ωράριο ύπνου κάθε ασθενή.

Ως φορτίο πίεσης ορίζεται το ποσοστό των παθολογικών μετρήσεων, δηλαδή των μετρήσεων με τιμές άνω των 140/90 mmHg για την ημέρα και άνω των 120/80 mmHg για τη νύχτα. Συνήθως όμως δεν χρησιμοποιείται. Οριακές τιμές φορτίου θεωρούνται μεταξύ 15-30%, μάλλον φυσιολογικές κάτω του 15%, και μάλλον παθολογικές θεωρούνται τιμές φορτίου άνω του 30%.

Το συστολικό φορτίο σε νορμοτασικούς αυξάνεται με την ηλικία από περίπου 9% σε νεαρούς ενήλικες έως και 25% στους ηλικιωμένους. Το διαστολικό φορτίο αντιθέτως δεν φαίνεται να ποικίλλει σε σχέση με την ηλικία με μέσες τιμές 3-4% σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος αυξάνεται όταν το φορτίο πίεσης (συστολικό<διαστολικό) κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας είναι μεγαλύτερο του 40% σε άτομα με μη αντιμετωπιζόμενη υπέρταση.

Πάντως η παράμετρος με τη μεγαλύτερη επαναληψιμότητα στην 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι η μέση τιμή του 24ώρου, η οποία είναι και η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη. Στις περισσότερες έρευνες χρησιμοποιήθηκε κάποια μέση τιμή της 24ωρης καταγραφής (μέση τιμή αρτηριακής πίεσης το 24ωρο, την ημέρα ή τη νύχτα), αλλά είναι ασαφές ποια παράμετρος της 24ωρης καταγραφής είναι καλύτερος προγνωστικός παράγοντας του καρδιαγγειακού κινδύνου. Σε πολλές μελέτες έγινε άμεση ή έμμεση σύγκριση της προγνωστικής αξίας της μέσης τιμής κατά τη διάρκεια της ημέρας με αυτή της νύχτας και είτε δεν βρέθηκε ουσιαστική διαφορά είτε η μέση τιμή κατά τη διάρκεια της νύχτας βρέθηκε ως καλύτερος προγνωστικός παράγοντας. Πάντως το κοινό συμπέρασμα στις περισσότερες μελέτες για την αρτηριακή υπέρταση, όπως στις PAMELA, Ohasama κ.α, είναι ότι η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης είναι μεγαλύτερης αξίας προγνωστικός παράγοντας για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε σχέση με τις κλινικές μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης.

Η 24ωρη καταγραφή της αρτηριακής πίεσης δεν χρησιμοποιείται ευρέως στην κλινική πράξη, κυρίως λόγω της μη εξοικείωσης των ιατρών με τη μέθοδο αυτή, του σχετικά υψηλού κόστους της και της μη κάλυψης του από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Παρ’ όλα αυτά τα επιχειρήματα υπέρ της χρήσης της είναι αρκετά βάσιμα: η διάγνωση της υπέρτασης της λευκής μπλούζας κάνει περιττή την αντιυπερτασική αγωγή και με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται τελικά μείωση του συνολικού κόστους και της έκθεσης στον κίνδυνο παρενεργειών. Επιπλέον διάγνωση καταστάσεων, όπως η μη φυσιολογική μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια του ύπνου (non-dipping), καθιστά τη χρήση αυτής της μεθόδου μονόδρομο. Συνεπώς προτείνεται η εξοικείωση των ιατρών, που ασχολούνται με τη διάγνωση και θεραπεία της υπέρτασης και με τη μέθοδο της 24ωρης καταγραφής, ώστε να γίνεται επικουρική χρήση της στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κλινική ένδειξη.

Πηγή:

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Αναζήτηση