Αλβουμίνη

Η αλβουμίνη (ή λευκωματίνη) (albumin) αποτελεί ένα από τα δύο κύρια πρωτεϊνικά κλάσματα του αίματος. Οι κύριες λειτουργίες της αλβουμίνης είναι η διατήρηση της κολλοειδωσμωτικής πίεσης στους αγγειακούς και εξωαγγειακούς χώρους (π.χ. ούρα, εγκεφαλονωτιαίο υγρό και αμνιακό υγρό) και η μεταφορά της χολερυθρίνης, των λιπαρών οξέων, των φαρμάκων, των ορμονών και άλλων ουσιών που είναι αδιάλυτες στο νερό.

Η αλβουμίνη ως κύρια πρωτεΐνη του πλάσματος, δεν ασκεί κάποια γνωστή ενζυμική ή ορμονική δραστηριότητα, αποτελεί το 50% περίπου της πρωτεΐνης που βρίσκεται στο ανθρώπινο πλάσμα και φυσιολογικά η συγκέντρωσή της είναι 35-45 g/L. Με μοριακό βάρος περίπου 66 kDa και υψηλή πολικότητα, διαλύεται εύκολα στο νερό. Σε pH 7,4 είναι ανιόν με 20 αρνητικά φορτία ανά μόριο που της δίνει μια πολύ μεγάλη ικανότητα μη επιλεκτικής σύνδεσης με πολλά προσδέματα. Έχει επίσης καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της κολλοειδωσμωτικής πίεσης του πλάσματος.

Αλβουμίνη

Ο ρυθμός σύνθεσης της αλβουμίνης (14-15 g/ημέρα) εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διατροφική κατάσταση, ειδικά από τις ανεπάρκειες των αμινοξέων. Η ημιπερίοδος ζωής της είναι περίπου 20 ημέρες και μολονότι το επίπεδο της αλβουμίνης αντανακλά τη διατροφική κατάσταση και είναι σταθερό επί μεγάλα χρονικά διαστήματα, στους νοσηλευόμενους ασθενείς παρατηρούνται βραχυπρόθεσμες μεταβολές της συγκέντρωσης αλβουμίνης πλάσματος συνήθως λόγω μεταβολών της ενυδάτωσης.

Η αλβουμίνη μπορεί να προσδέσει (και έτσι να διαλυτοποιήσει) διάφορες ουσίες όπως λιπαρά οξέα με μεγάλες αλυσίδες, στερόλες και αρκετές συνθετικές ενώσεις. Εκτός από τα λιπαρά οξέα, η αλβουμίνη προσδένει ασύζευκτη χολερυθρίνη. Οι θέσεις εντός του μορίου της αλβουμίνης είναι επίσης ικανές να συνδέονται με διάφορα φάρμακα, μεταξύ των οποίων σαλικυλικά, βαρβιτουρικά, σουλφοναμίδες, πενικιλλίνη και βαρφαρίνη που της προσδίδουν μεγάλη φαρμακολογική σημασία. Κατά παράδοξο τρόπο, η αλβουμίνη δεν είναι απαραίτητη για την επιβίωση του ανθρώπου και έχουν περιγραφεί σπάνια συγγενή ελαττώματα όπου υπάρχει υποαλβουμιναιμία (υπολευκωματιναιμία) ή πλήρης απουσία αλβουμίνης (αναλβουμιναιμία).

Η αλβουμίνη είναι η κύρια πρωτεΐνη του πλάσματος που εξυπηρετεί τη ρύθμιση της ώσμωσης και είναι σημαντική μεταφορική πρωτεΐνη αφού ευθύνεται για τη μεταφορά υδρόφοβων λιπαρών οξέων, χολερυθρίνης και φαρμάκων.

Η μείωση της συγκέντρωσης της αλβουμίνης (υποαλβουμιναιμία) προκαλείται από διάφορους παράγοντες όπως: μειωμένη σύνθεση οφειλόμενη είτε σε ηπατική νόσο (πρωτοπαθής) είτε σε μειωμένη πρόσληψη πρωτεΐνης (δευτεροπαθής), αυξημένο καταβολισμό ως αποτέλεσμα βλάβης των ιστών και φλεγμονής, δυσαπορρόφηση των αμινοξέων, καθώς και αυξημένη νεφρική απέκκριση (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο).

Οι πρωτεΐνες φυσιολογικά απορροφώνται σχεδόν πλήρως από τους νεφρούς και πρακτικά δεν ανιχνεύονται στα ούρα. Ως εκ τούτου, η παρουσία ανιχνεύσιμης αλβουμίνης ή πρωτεΐνης στα ούρα, είναι ενδεικτικό μη φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας.

Η αλβουμίνη, η προαλβουμίνη και η τρανσφερίνη θεωρούνται ως αρνητικές πρωτεΐνες οξείας φάσης καθώς οι συγκεκριμένες πρωτεΐνες μειώνονται στις οξείες φλεγμονές, σε αντίθεση με τις πρωτεΐνες οξείας φάσης που αυξάνονται.

Η μέτρηση της συγκέντρωσης αλβουμίνης χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της διατροφικής κατάστασης του οργανισμού, της ογκωτικής κατάστασης του ορού καθώς και στον έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας σε περιπτώσεις πρωτεϊνουρίας. Πολύ χαμηλά επίπεδα αλβουμίνης (μικρότερα από 2.0-2.5 g/dL) μπορεί να είναι αιτία εμφάνισης οιδήματος (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο, εντεροπάθειες με απώλεια πρωτεϊνών).

Φυσιολογικές τιμές:

  • Αλβουμίνη: 3.3–5.5 g/dL (33–55 g/L).

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

Αυξημένες τιμές αλβουμίνης παρατηρούνται σε:

  • Αφυδάτωση.
  • Οξεία παγκρεατίτιδα.

Μειωμένες τιμές αλβουμίμης παρατηρούνται σε:

  • Οξεία χολοκυστίτιδα.
  • Αναλβουμιναιμία (πλήρης απουσία αλβουμίνης).
  • Σακχαρώδη διαβήτη.
  • Ηπατική νόσο.
  • Νόσο Hodgkin.
  • Υπερθυρεοειδισμό.
  • Φλεγμονή.
  • Λευχαιμία.
  • Δυσαπορρόφηση.
  • Υποσιτισμό.
  • Πεπτικό έλκος.
  • Εγκυμοσύνη.
  • Σύνδρομα με απώλεια πρωτεϊνών.
  • Νεφρική νόσο.
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα.
  • Σαρκοείδωση.
  • Στρες.
  • Συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.
  • Ελκώδη κολίτιδα.

Πηγή:

  • McGraw-Hill’s Manual of Laboratory & Diagnostic Tests - Protein Electrophoresis (Serum Protein Electrophoresis [SPEP], Immunofixation Electrophoresis [IFE], Total Protein).
  • John W. Baynes, Marek H. Dominiczak - Ιατρική Βιοχημεία (4η έκδοση) - Αίμα και πρωτεΐνες του πλάσματος - Αλβουμίνη.
Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Αναζήτηση