Η ηπατίτιδα Β (Hepatitis B) προκαλείται από τον ιό της ηπατίτιδας Β και αποτελεί σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Σε όλο τον κόσμο υπολογίζεται ότι περίπου 254 εκατομμύρια είναι χρόνιοι φορείς. Κάθε χρόνο καταγράφονται περίπου 1.2 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις οξείας ηπατίτιδας Β και 1.1 εκατομμύρια θάνατοι, από κίρρωση, ηπατοκυτταρικό καρκίνο ή κεραυνοβόλο ηπατίτιδα Β.
Η επώαση της νόσου είναι 40-160 ημέρες. Ο ιός μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή, παρεντερικά (iv, im, sc) και από μητέρα με HBsAg (+) στο παιδί, κυρίως κατά τον τοκετό και σπανιότατα κατά την κύηση (κάθετη μετάδοση). Λόγω του μεγέθους του, ο ιός δεν διαπερνά τον πλακούντα, εκτός αν υπάρξει ρήξη του εμβρυομητρικού φραγμού, όπως π.χ. σε περιπτώσεις αμνιοπαρακέντησης.
Στα άτομα που μολύνονται με τον ιό της ηπατίτιδας Β, ο κίνδυνος μετάπτωσης σε χρόνια φορεία / νόσο εξαρτάται από την ηλικία. Σε περιγεννητική λοίμωξη μέχρι και 90% των παιδιών αναπτύσσει χρόνια φορεία / νόσο, με αντίστοιχα ποσοστά 25-50% για μόλυνση σε ηλικία 1 μέχρι 5 χρονών και περίπου 1-5% για μόλυνση σε ηλικία άνω των 5 χρόνων.
Μόνον άτομα που έχουν εμβολιασθεί επιτυχώς ή έχουν αναπτύξει αντισώματα έναντι του αντιγόνου επιφανείας (anti-HBs) μετά από λοίμωξη είναι άνοσα.
Από το 1982 υπάρχει ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β (Hepatitis B vaccine) το οποίο περιέχει HBsAg (επιφανειακό αντιγόνο του ιού) που παρασκευάζεται με την τεχνική του ανασυνδυασμένου DNA, δεν ενέχει κίνδυνο μετάδοσης του ιού και αποτελεί το πρώτο εμβόλιο που μπορεί να «δράσει» προληπτικά έναντι μιας σοβαρής μορφής καρκίνου, του ηπατοκυτταρικού.Τουλάχιστον 85-90% των θανάτων, που σχετίζονται με την ηπατίτιδα Β, θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί με τον εμβολιασμό.
Ενδείξεις εμβολίου:
Σχηματική παράσταση του ιού της ηπατίτιδας Β Στην Ελλάδα ο εμβολιασμός έναντι της ηπατίτιδας Β εντάχθηκε στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών από το 1998 και είναι υποχρεωτικός σε βρέφη και παιδιά με τον στόχο όλα τα παιδιά να έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό πριν από την εφηβεία.
Ένδειξη εμβολιασμού έχουν επίσης άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου που είναι οι εξής:
- Εργαζόμενοι σε νοσηλευτικά ιδρύματα (ιατροί, νοσηλευτές, προσωπικό εργαστηρίων, φοιτητές ιατρικών επαγγελμάτων).
- Οδοντίατροι και βοηθητικό προσωπικό σε άμεση επαφή με ασθενείς.
- Προσωπικό και τρόφιμοι ιδρυμάτων για άτομα με νοητική υστέρηση.
- Προσωπικό Κέντρων υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, φυλακισμένοι και προσωπικό φυλακών σε στενή επαφή με άτομα υψηλού κινδύνου (π.χ. χρήστες ενδοφλεβίων εξαρτησιογόνων ουσιών).
- Ασθενείς σε αιμοκάθαρση ή πολυμεταγγιζόμενοι και γενικά προεγχειρητικά, αν η επέμβαση απαιτεί μεγάλο αριθμό μεταγγίσεων.
- Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη.
- Άτομα σε στενή επαφή (σεξουαλική ή ενδοοικογενειακή) με φορείς του ιού.
- Νεογνά HBsAg (+) μητέρων (σε συνδυασμό με υπεράνοση γ-σφαιρίνη).
- Ομοφυλόφιλοι, εκδιδόμενα άτομα, χρήστες ενδοφλεβίων εξαρτησιογόνων ουσιών.
- Άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους ιδιαίτερα αν έχουν άλλο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα.
- Ταξιδιώτες σε χώρες υψηλής ή ενδιάμεσης ενδημικότητας.*
- Χρόνιοι ηπατοπαθείς (εκτός ηπατίτιδας Β).
- Ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε μεταμόσχευση οργάνων ή ιστών.
- Έγκυες γυναίκες εάν υπάρχει αυξημένος κίνδυνος λοίμωξης.
* Αυξημένο κίνδυνο διατρέχουν οι ταξιδιώτες που πρόκειται δυνητικά να εκτεθούν σε αίμα ή βιολογικά υγρά (επαγγελματίες υγείας, μέλη ανθρωπιστικής βοήθειας), ή σε ατυχήματα («περιπετειώδη ταξίδια») ή να υποβληθούν σε οδοντιατρικές εργασίες, ή να κάνουν χρήση ενδοφλεβίων ουσιών ή να υποβληθούν σε πράξεις που γίνονται με βελόνες (τατουάζ, piercing, βελονισμός) ή να έχουν σεξουαλικές επαφές με τον γηγενή πληθυσμό χωρίς προφύλαξη. Σε αυτούς τους ταξιδιώτες συστήνεται να εμβολιάζονται ανεξαρτήτως της διάρκειας του ταξιδιού.
Ανάλογα με τον επιπολασμό των χρόνιων φορέων του ιού της ηπατίτιδας Β παγκόσμια, διακρίνονται περιοχές με υψηλή ενδημικότητα (>8%), ενδιάμεση (2-8%) και χαμηλή (<2%).
- Στις περιοχές υψηλής ενδημικότητας ανήκουν η Νοτιοανατολική Ασία και περιοχές του Ειρηνικού (εκτός της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας και της Νέα Ζηλανδίας), οι χώρες της Αφρικής νοτίως της Σαχάρας, η περιοχή του Αμαζόνιου, περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας, καθώς και μερικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Στις περιοχές αυτές περίπου 70 έως 90% του πληθυσμού μολύνεται με τον ιό πριν από την ηλικία των 40 χρόνων και 8 έως 20% του πληθυσμού είναι χρόνιοι φορείς.
- Στις περιοχές με ενδιάμεση ενδημικότητα περιλαμβάνονται η Νότια, Κεντρική και Νοτιοδυτική Ασία, το Ισραήλ, η Ιαπωνία, η Ανατολική και Νότια Ευρώπη, η Ρωσία και το μεγαλύτερο τμήμα της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.
- Στις περιοχές χαμηλής ενδημικότητας ανήκουν η Βόρεια Αμερική, η Δυτική και Βόρεια Ευρώπη, η Αυστραλία και κάποιες περιοχές της Νότιας Αμερικής.
Η Ελλάδα ανήκει στις περιοχές με χαμηλή ενδημικότητα, αλλά ο επιπολασμός των φορέων του ιού ηπατίτιδας Β είναι υψηλότερος σε ορισμένες ομάδες του πληθυσμού. Σε πρόσφατη μελέτη ο εκτιμώμενος επιπολασμός της ηπατίτιδας Β βρέθηκε 1.8%, 7.3% και 7.5% για το γενικό πληθυσμό, τους πρόσφυγες και τους Ρομά αντίστοιχα. Η μέση επίπτωση οξείας ηπατίτιδας στη χώρα μας με βάση τα δηλωθέντα κρούσματα στον ΕΟΔΥ παρουσιάζει μείωση, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι πολλά περιστατικά οξείας ηπατίτιδας δεν δηλώνονται και επομένως η δηλωθείσα επίπτωση υποεκτιμά την πραγματικότητα.
| Εμβόλιο ηπατίτιδας Β |
|
Ο εμβολιασμός έναντι της ηπατίτιδας Β συστήνεται σε όλους τους επίνοσους ενήλικες που δεν έχουν εμβολιαστεί στην παιδική ηλικία και ανήκουν σε ομάδες ατόμων σε αυξημένο κίνδυνο:
Σε ανεμβολίαστους ή ατελώς εμβολιασμένους ενήλικες πρέπει να χορηγηθούν ή να έχουν χορηγηθεί συνολικά 3 δόσεις σε χρόνους 0, 1 και 6 μήνες. Ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που βρίσκονται σε αιμοδιύλιση και οι ασθενείς με ανοσοκαταστολή πρέπει να εμβολιάζονται με σκεύασμα αυξημένης δόσης αντιγόνου (40 μg/ml) ανά δόσησε σχήμα τριών δόσεων (0, 1 και 6 μήνες) ή με σκεύασμα 20μg ανά δόση σε σχήμα 4 δόσεων (0, 1, 2 και 6 μήνες). |
| Πηγή: Τροποποίηση Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών Ενηλίκων 2025. Χρονοδιάγραμμα και Συστάσεις - Οκτώβριος 2025 |
Εμβολιαστικό σχήμα:
Το κλασικό εμβολιαστικό σχήμα συνίσταται στη χορήγηση 3 δόσεων του εμβολίου σε χρόνο 0,1 και 6 μήνες. Το εμβόλιο χορηγείται ενδομυϊκά στον δελτοειδή μυ στους ενήλικες και τα παιδιά ή στην προσθιοπλάγια επιφάνεια του μηρού στα νεογνά και τα βρέφη. Σε ταυτόχρονη χορήγηση του εμβολίου με άλλα εμβόλια στο βρέφος, ενίεται σε διαφορετικό σημείο του μυός.
Εναλλακτικά, μπορούν να χορηγηθούν 4 δόσεις εμβολίου (επιταχυμένο σχήμα) 0, 1, 2 και 12 μήνες, ιδιαίτερα σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς ή σε περιπτώσεις που απαιτείται ταχεία ανοσοποίηση (π.χ. σε περιπτώσεις μετά από έκθεση στον ιό) αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το επιταχυμένο σχήμα υπερέχει του κλασικού ως προς την παρεχόμενη προστασία.
Το μεσοδιάστημα μεταξύ 1ης και 2ης δόσης του εμβολίου πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 εβδομάδες, ενώ η 3η δόση μπορεί να χορηγηθεί 2 μήνες μετά τη 2η και 4 μήνες μετά την 1η. Η τελευταία δόση 3η ή 4η του εμβολίου δεν πρέπει να χορηγείται στα βρέφη πριν από την ηλικία των 6 μηνών.
Αν οι δόσεις του εμβολίου καθυστερήσουν, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου δεν φαίνεται να επηρεάζεται, αλλά η αναμενόμενη προστασία αναπτύσσεται μετά την 3η δόση. Αν η 2η δόση καθυστερήσει να γίνει, ο εμβολιασμός δεν χρειάζεται να γίνει από την αρχή. Σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται η 2η δόση, ενώ η 3η γίνεται μέσα σε 3-5 μήνες από τη δεύτερη. Αν καθυστερήσει η 3η δόση, και πάλι ο εμβολιασμός δεν χρειάζεται να γίνει από την αρχή. Η 3η δόση γίνεται κανονικά, όταν είναι εφικτό.
Η ανοσιακή απάντηση δεν επηρεάζεται, αν, για την ολοκλήρωση του εμβολιασμού, χρησιμοποιηθούν εμβόλια διαφορετικών κατασκευαστριών εταιριών
Μέχρι την ηλικία των 19 ετών χρησιμοποιείται παιδιατρικό εμβόλιο (5 ή 10 μg ανάλογα με το σκεύασμα). Σε ασθενείς που πρόκειται να αρχίσουν αιμοκάθαρση και δεν έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν, καθώς και σε ανοσοκατασταλμένα άτομα (και στα άτομα με HIV λοίμωξη), χορηγείται μεγαλύτερη δοσολογία αντιγόνου (40μg) ανά δόση. Αν ο ασθενής έχει αρχίσει την αιμοκάθαρση πριν ολοκληρωθεί το εμβολιαστικό σχήμα, οι υπόλοιπες δόσεις εμβολίου πρέπει να είναι μεγαλύτερης περιεκτικότητας αντιγόνου (40μg). Για άτομα ηλικίας κάτω των 20 ετών, δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες για υψηλότερη δοσολογία.
Η συνιστώμενη χορήγηση 3 δόσεων εμβολίου ηπατίτιδας Β ενδομυϊκά προκαλεί προστατευτικό τίτλο αντισωμάτων (anti-HBs>10 mlU/ml) ένα μήνα μετά την τρίτη δόση του εμβολίου, σε ποσοστό άνω του 90% σε ανοσοεπαρκείς ενηλίκους και άνω του 95% σε ανοσοεπαρκή βρέφη, παιδιά και εφήβους. Η ανοσία από το εμβόλιο αρχίζει 14-21 ημέρες μετά τον εμβολιασμό. Μετά τη δεύτερη δόση, το 50-90% των εμβολιασθέντων έχει προστατευτικά αντισώματα.
Η ανοσιακή απάντηση στον εμβολιασμό είναι σημαντικά χαμηλότερη αν ο εμβολιασμός γίνει στον γλουτό. Άλλοι παράγοντες που μειώνουν την ανοσιακή απάντηση είναι: ηλικία άνω των 40 ετών, άρρεν φύλο, κάπνισμα, παχυσαρκία και ανοσοανεπάρκεια. Μειωμένη είναι, επίσης, η ανοσιακή απάντηση πρόωρων νεογνών με βάρος σώματος <2 Κg.
Έλεγχος δεικτών ηπατίτιδας πριν από τον εμβολιασμό:
Η απόφαση για έλεγχο ορολογικών δεικτών ηπατίτιδας πριν από τον εμβολιασμό, εξαρτάται από τη σχέση κόστους-ωφέλειας, η οποία στηρίζεται σε τρεις μεταβλητές:
- Το κόστος του εμβολίου.
- Το κόστος του ελέγχου.
- Τον αναμενόμενο επιπολασμό άνοσων ατόμων στον συγκεκριμένο πληθυσμό.
Λόγω του χαμηλού επιπολασμού της ηπατίτιδας Β στον παιδικό και εφηβικό πληθυσμό στην Ελλάδα, δεν απαιτείται έλεγχος δεικτών πριν από τον εμβολιασμό. Έλεγχος για παρελθούσα λοίμωξη πρέπει να γίνεται σε ενηλίκους που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου (π.χ. υγειονομικό προσωπικό, χρήστες ενδοφλεβίων εξαρτησιογόνων ουσιών), στα μέλη της οικογένειας και στο σεξουαλικό σύντροφο ατόμου με θετικό HΒsAg.
Σε έλεγχο ρουτίνας πριν από την έναρξη του εμβολιασμού, μπορεί να ελέγχεται μόνο ένας δείκτης, πχ anti-HBc ή το HBsAg. Η παρουσία antiHBc αντισωμάτων υποδηλώνει επαφή με τον ιό της ηπατίτιδας Β στο παρελθόν, χωρίς να διαχωρίζει τους χρόνιους φορείς από τους έχοντες φυσική ανοσία. Η παρουσία anti-HBs υποδηλώνει ανοσία είτε φυσική, είτε μετά από εμβολιασμό. Για τους παραπάνω λόγους, συνιστάται ο έλεγχος του anti-HBc πριν από τον εμβολιασμό. Επί θετικού αποτελέσματος, ελέγχονται και άλλοι δείκτες (HΒsAg, anti-HBs), επί αρνητικού γίνεται εμβολιασμός.
Η ανεύρεση μεμονωμένου anti-HBc με αρνητικά HΒsAg και anti-HBs έχει τις εξής πιθανές ερμηνείες):
- Περίοδος παραθύρου σε οξεία λοίμωξη (επιπλέον μέτρηση anti-HBc IgM).
- Φυσικής ανοσίας με μη ανιχνεύσιμους τίτλους anti-HBs ή ψευδώς θετικό anti-HBc (χορήγηση μιας δόσης εμβολίου και επανέλεγχος HBsAb μετά από ένα μήνα. Τιμές ≥50 IU/L είναι ενδεικτικές ύπαρξης φυσικής ανοσίας, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, ολοκληρώνεται ο εμβολιασμός με δύο επιπλέον δόσεις, θεωρώντας ότι πρόκειται για ψευδώς θετικό anti-HBc).
- Χρόνιοι φορείς με μη ανιχνεύσιμα επίπεδα HBsAg (επιπλέον μέτρηση HBV DNA).
Εμβόλια που κυκλοφορούν στην Ελλάδα:
- Μονοδύναμα εμβόλια:
- HBvaxPro (Anentis Pasteur):
- 5μg/0.5 ml (0-19 ετών).
- 10μg/1 ml (ενήλικες ≥20 ετών).
- 40μg/1 ml (αιμοκαθαιρόμενοι).
- Engerix (GlaxoSmithKline):
- 10μg/0.5 ml (0-19 ετών).
- 20μg/1 ml (ενήλικες ≥20 ετών).
- Fendrix (GlaxoSmithKline):
- 20μg/0.5 ml με ανοσοενισχυτικό παράγοντα (ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια >15ετών)
- HBvaxPro (Anentis Pasteur):
- Συνδυασμένα εμβόλια:
- Διφθερίτιδας – τετάνου - ακυτταρικό κοκκύτη – πολυομυελίτιδας - H. influenzae b - ηπατίτιδας Β.
- Διφθερίτιδας – τετάνου - ακυτταρικό κοκκύτη – πολυομυελίτιδας - ηπατίτιδας Β.
Τα εμβόλια πρέπει να φυλάσσεται στο ψυγείο στους 2-8 0C, αλλά όχι να ψύχονται.
Έλεγχος δεικτών ηπατίτιδας μετά τον εμβολιασμό:
Σε βρέφη, παιδιά και εφήβους δεν απαιτείται έλεγχος αντισωμάτων (anti-HBs) μετά από τον εμβολιασμό. Τα άτομα υψηλού κινδύνου (π.χ. εκδιδόμενα άτομα) πρέπει να ελέγχονται 12 μήνες μετά το πέρας του εμβολιασμού ως προς την αντισωματική τους ανταπόκριση (μέτρηση anti-HBs). Τίτλος αντισωμάτων anti-HBs ≥10 IU/L μετά από εμβολιασμό, θεωρείται προστατευτικός έναντι της ιού της ηπατίτιδας Β.
Έλεγχος ύπαρξης προστατευτικού τίτλου αντισωμάτων (anti-HBs) μετά τον εμβολιασμό γίνεται μόνο:
- Στα άτομα που αναμένεται να έχουν μειωμένη ανοσολογική απάντηση (ανοσοκατεσταλμένοι, ασθενείς σε αιμοκάθαρση, άτομα με HIV λοίμωξη, αν το εμβόλιο έγινε στο γλουτό).
- Στους επαγγελματίες υγείαςπου λόγω της φύσης εργασίας τους μπορεί να εκτεθούν σε αίμα ή βιολογικά υγρά.
- Στα βρέφη μητέρων με θετικό αυστραλιανό αντιγόνο (HΒsAg).
- Στους σεξουαλικούς συντρόφους φορέων ηπατίτιδας Βκαι μέλη της οικογένειας.
Ο έλεγχος γίνεται 1-2 μήνες μετά την ολοκλήρωση του εμβολιασμού. Οέλεγχος των βρεφών HΒsAg θετικών μητέρων που εμβολιάσθηκαν και έλαβαν HBIG αμέσως μετά τον τοκετό, γίνεται 3 με 9 μήνες μετά την ολοκλήρωση του εμβολιασμού.
Σε όσους δεν ανταποκρίθηκαν στον εμβολιασμό (anti-HBs<10 IU/L), θα πρέπει να λάβουν μια επιπλέον δόση του εμβολίου και ακολούθως να γίνει έλεγχος anti-ΗΒs 1-2 μήνες αργότερα. Εάν τα επίπεδα των anti-ΗΒs παραμένουν <10 IU/L, θα πρέπει να λάβουν 2 επιπλέον δόσεις εμβολίου (συνήθως 6 δόσεις συνολικά) και ακολούθως να γίνει επανέλεγχος των anti-ΗΒs 1-2 μήνες μετά την τελευταία δόση. Η πιθανότητα απάντησης μετά τον 2ο κύκλο είναι 30-50%. Οι μη ανταποκριθέντες μετά τον 2ο κύκλο, είναι επίνοσοι για λοίμωξη και μετά από κάθε έκθεση, πρέπει να λαμβάνουν προφύλαξη με υπεράνοση γ-σφαιρίνη (HBIG).
Εναλλακτικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μη ανταπόκρισης είναι:
- Χορήγηση τριών ενδοδερμικών δόσεων του εμβολίου (5μg) ανά δύο εβδομάδες.
- Χορήγηση αυξημένων (διπλάσιων) δόσεων του εμβολίου.
Σε όσους ανταποκρίθηκαν στον εμβολιασμό με χαμηλούς τίτλους αντισωμάτων (anti-HBs: 10-100 IU/L), συνιστάται η χορήγηση μιας επιπλέον δόσης του εμβολίου.
Ο προστατευτικός τίτλος αντισωμάτων μειώνεται προοδευτικά με τον χρόνο, το 85% των εμβολιασθέντων, που αναπτύσσουν ικανοποιητικό τίτλο αντισωμάτων μετά την 3η δόση του εμβολίου, διατηρούν ανιχνεύσιμο τίτλο 5 έτη μετά τον εμβολιασμό, και πάνω από 50% αυτών, 9 έτη μετά. Όσο υψηλότερος είναι ο τίτλος των αντισωμάτων μετά τον εμβολιασμό τόσο μακρύτερο το χρονικό διάστημα που διατηρείται η ανοσία.
Χαμηλά ή ακόμη και μη ανιχνεύσιμα επίπεδα ανευρίσκονται στο 30% των εμβολιασθέντων, 15 χρόνια μετά από τον εμβολιασμό. Ωστόσο, μελέτες μακράς παρακολούθησης σε επαγγελματίες υγείας και σε άλλες ομάδες υψηλού κινδύνου έδειξαν ότι η ανοσιακή μνήμη παραμένει άθικτη, ακόμη και με μη ανιχνεύσιμους τίτλους αντισωμάτων, εξασφαλίζοντας 100% προστασία έναντι του ιού της ηπατίτιδας Β σε άτομα που ανέπτυξαν αρχικά τίτλο αντισωμάτων anti-HBs ≥10 IU/L μετά από εμβολιασμό. Στα 20 χρόνια κυκλοφορίας του εμβολίου, καμία οξεία HBV λοίμωξη δεν έχει τεκμηριωθεί σε άτομα ανταποκριθέντα στον εμβολιασμό.
Με βάση τα έως σήμερα βιβλιογραφικά δεδομένα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι χρειάζονται επαναληπτικές δόσεις εμβολίου για τις δύο πρώτες δεκαετίες μετά από επιτυχή εμβολιασμό και ως εκ τούτου, περιοδικοί έλεγχοι τίτλου αντισωμάτων δεν συνιστώνται. Στο ερώτημα αν χρειάζονται επαναληπτικές δόσεις εμβολίου κατά την 3η δεκαετία μετά τον εμβολιασμό, θα απαντήσουν μελλοντικές μελέτες.
Για ορισμένες ομάδες «υψηλού κινδύνου», με φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστημα, ωστόσο, ορισμένοι προτείνουν μία αναμνηστική δόση εμβολίου μετά 5 έτη, αλλά αυτή η άποψη δεν είναι καθολικά αποδεκτή στη βιβλιογραφία. Έτσι, αναλόγως της ηλικίας κατά την οποία έγινε ο εμβολιασμός, συνιστάται:
- Αν ο εμβολιασμός έγινε με 3 ή 4 δόσεις πριν την ηλικία των 25 ετών, δεν χρειάζεται αναμνηστική δόση.
- Αν ο εμβολιασμός έγινε μετά την ηλικία των 25 ετών, και ο τίτλος αντισωμάτων είναι χαμηλότερος των 10 mIU/ml, χρειάζεται μια αναμνηστική δόση και επανέλεγχος του τίτλου 1-2 μήνες μετά. Αν τότε ο τίτλος αντισωμάτων είναι >10 mIU/ml, δεν χρειάζονται άλλες αναμνηστικές δόσεις. Αν όχι, μπορούν να γίνουν επιπλέον δόσεις μέχρις επίτευξης ικανοποιητικού τίτλου αντισωμάτων και χωρίς ο συνολικός αριθμός τους (συμπεριλαμβανομένων των αρχικών δόσεων) να υπερβαίνει τις 6.
Στα άτομα που υποβάλλονται σε χρόνια αιμοκάθαρση, ο έλεγχος του τίτλου των αντισωμάτων γίνεται κάθε έτος και αν διαπιστωθεί πτώση κάτω από το όριο των 10 mIU/ml γίνεται μία αναμνηστική δόση.
Για άτομα μεγάλου κινδύνου που έχουν εμβολιαστεί στο παρελθόν και δεν έχουν ελεγχθεί ως προς την αντισωματική ανταπόκριση, συνιστάται έλεγχος του τίτλου antiHBs και στη συνέχεια επαναληπτική δόση του εμβολίου, αν χρειάζεται. Σε περίπτωση που το ιστορικό του εμβολιασμού δεν είναι σαφές, συνιστάται εκ νέου εμβολιασμός.
Προκειμένου για ανοσοκατασταλμένα άτομα (π.χ. άτομα με HIV λοίμωξη, δέκτες μεταμόσχευσης αιμοποιητικών κυττάρων, ασθενείς υπό χημειοθεραπεία) δεν έχουν ορισθεί επακριβώς ενδείξεις χορήγησης αναμνηστικής δόσης εμβολίου. Ετήσιος έλεγχος του τίτλου αντισωμάτων και αναμνηστική δόση, όταν ο τίτλος είναι <10 IU/L, πρέπει να γίνεται στα άτομα που βρίσκονται σε συνεχή κίνδυνο έκθεσης στον ιό.
Αντενδείξεις:
Το εμβόλιο αντενδείκνυται στα άτομα με γνωστή υπερευαισθησία σε κάποιο από τα συστατικά του (αναφέρονται στις οδηγίες κατασκευαστή), καθώς και στα άτομα που εκδήλωσαν σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας σε προηγούμενη δόση.
Προσοχή στη χορήγηση:
- Με βάση την περιορισμένη εμπειρία, δεν φαίνεται να υπάρχουν δυσμενείς επιδράσεις του εμβολιασμού στο αναπτυσσόμενο έμβρυο, αν χορηγηθεί το εμβόλιο στην έγκυο. Γενικά, ούτε η κύηση ούτε η γαλουχία θεωρούνται αντενδείξεις για τον εμβολιασμό
- Τα σκευάσματα που περιέχουν άλατα υδραργύρου (thimerosal) ως συντηρητικό (Engerix-Β®) θα πρέπει να αποφεύγονται στις εγκύους και τα βρέφη έως 6 μηνών.
- Ο εμβολιασμός θα πρέπει να αναβάλλεται κατά τη διάρκεια οξέων εμπύρετων νοσημάτων.
- Επειδή ο εμβολιασμός μπορεί να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων της σκλήρυνσης κατά πλάκας, η απόφαση για τη χορήγηση του εμβολίου θα πρέπει να γίνει με συνεκτίμηση των κινδύνων για τη νόσο και τα πιθανά οφέλη του εμβολιασμού.
Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες του εμβολίου είναι ο τοπικός ερεθισμός στο σημείο της ένεσης, σκληρία, πόνος και διόγκωση των επιχωρίων λεμφαδένων που μπορεί να επιμείνει για μερικές εβδομάδες, και ο πυρετός (>37.7οC). Πιο σπάνια αναφέρονται: αδυναμία, κακουχία, ζάλη, κεφαλαλγία, διαταραχές της αισθητικότητας, αρθραλγίες, μυαλγίες, παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων, εξάνθημα, κνησμός.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα εμβόλια ή φάρμακα – Συγχορήγηση:
Το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με άλλα εμβόλια, όπως και με την ειδική ανοσοσφαιρίνη (HBIG), αρκεί η ένεση να γίνει σε διαφορετικό σημείο και με διαφορετική σύριγγα.
Πρόληψη περιγεννητικής μετάδοσης;
Η έγκαιρη ανίχνευση των εγκύων που έχουν μολυνθεί με τον ιό της ηπατίτιδας Β είναι καθοριστική δεδομένου ότι:
- Αν η μητέρα είναι θετική για HBsAg και HBeAg:
- 70%-90% των νεογνών μολύνονται.
- 90% των μολυνθέντων νεογνών παραμένουν χρόνιοι φορείς.
- Αν η μητέρα είναι θετική για HBsAg μόνο:
- 20% των νεογνών μολύνονται
- 90% των μολυνθέντων νεογνών παραμένουν χρόνιοι φορείς.
Αν η μητέρα είναι θετική ως προς το HBsAg, χορηγείται εμβόλιο ηπατίτιδας Β (μονοδύναμο) μέσα στις πρώτες 12 ώρες μετά τον τοκετό σε συνδυασμό με τη χορήγηση υπεράνοσης γ-σφαιρίνης (HBIG) (0,5 ml). Το μεσοδιάστημα μεταξύ 1ης και 2ης δόσης του εμβολίου πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 εβδομάδες, και 1ης και 3ης τουλάχιστον 4 μήνες. Έτσι, η 2η δόση χορηγείται σε ηλικία 1-2 μηνών και η τελευταία όχι πριν από την ηλικία των 6 μηνών. Προκειμένου για πρόωρα νεογνά με βάρος γέννησης <2000 gr, χορηγείται η πρώτη δόση αμέσως μετά τον τοκετό, εφ’ όσον υπάρχει ένδειξη άμεσης προφύλαξης, και χορηγούνται 3 επιπλέον δόσεις εμβολίου (συνολικά 4 δόσεις) αρχίζοντας από την ηλικία του ενός μηνός. Η 4η δόση στα πρόωρα δεν πρέπει να χορηγείται πριν την ηλικία των 6 μηνών. Στα παιδιά ΗΒsAg θετικών μητέρων πρέπει να γίνεται ορολογικός έλεγχος (HBsAg και anti-HBs) σε ηλικία 9-15 μηνών. Εάν οι ορολογικοί δείκτες της μητέρας είναι άγνωστοι, χορηγείται στο νεογνό εμβόλιο μέσα στις πρώτες 12 ώρες από τον τοκετό και ελέγχεται η μητέρα. Αν το ΗΒsAg της μητέρας βρεθεί θετικό χορηγείται στο νεογνό και HBIG (0,5 ml) το ταχύτερο δυνατόν και, οπωσδήποτε όχι μετά το τέλος της πρώτης εβδομάδας ζωής. Η 2η δόση του εμβολίου χορηγείται σε ηλικία 1-2 μηνών και η τελευταία όχι πριν την ηλικία των 6 μηνών.
Προφύλαξη ατόμου μετά από έκθεση σε αίμα ή βιολογικά υγρά:
- HBsAg θετική πηγή:
- Σε ανεμβολίαστα άτομα χορηγείται HBIG και εμβόλιο όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την έκθεση (κατά προτίμηση μέσα στο πρώτο 24ωρο). Σε περίπτωση σεξουαλικής έκθεσης, ο μέγιστος χρόνος όπου θα πρέπει να χορηγηθεί η HBIG δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις 14 ημέρες. Στη συνέχεια, ολοκληρώνεται το εμβολιαστικό σχήμα.
- Σε άτομα που έχουν αρχίσει, αλλά δεν έχουν ολοκληρώσει τον εμβολιασμό, χορηγείται HBIG και ολοκληρώνεται το εμβολιαστικό σχήμα.
- Σε παιδιά και εφήβους που έχουν ολοκληρώσει το εμβολιαστικό σχήμα (με γραπτή επιβεβαίωση στο βιβλιάριο υγείας του παιδιού) και δεν έχουν ελεγχθεί μετά τον εμβολιασμό, χορηγείται αναμνηστική δόση του εμβολίου.
- HBsAg άγνωστη πηγή:
- Ανεμβολίαστα άτομα πρέπει να αρχίσουν τον εμβολιασμό έναντι της ηπατίτιδας Β, όσο το δυνατόν συντομότερα (κατά προτίμηση ≤24 ώρες). Ο εμβολιασμός πρέπει να ολοκληρώνεται σύμφωνα με το εμβολιαστικό σχήμα.
- Άτομα που δεν έχουν πλήρως εμβολιαστεί, πρέπει να ολοκληρώσουν τον εμβολιασμό.
- Παιδιά και έφηβοι που έχουν ολοκληρώσει το εμβολιαστικό σχήμα (με γραπτή επιβεβαίωση στο βιβλιάριο υγείας του παιδιού) δεν χρειάζονται περαιτέρω αντιμετώπιση.
Παθητική ανοσοποίηση:
Εκτός της ενεργητικής ανοσοποίησης με εμβόλιο υπάρχει και η παθητική ανοσοποίηση. Η παθητική ανοσοποίηση επιτυγχάνεται με τη χορήγηση υπεράνοσης γ-σφαιρίνης (HBIG) η οποία περιέχει υψηλούς τίτλους αντισωμάτων έναντι του αντιγόνου επιφανείας (anti-HBs). Για να είναι αποτελεσματική, η HBIG πρέπει να χορηγηθεί το ταχύτερο δυνατόν (εντός 48 ωρών), μετά την έκθεση και η προφύλαξη που παρέχει διαρκεί 3 έως 6 μήνες. Μελέτες σχετικά με τον μέγιστο χρόνο μέσα στον οποίο μπορεί να χορηγηθεί η HBIG μετά από έκθεση, δείχνουν ότι αυτός δεν πρέπει να ξεπερνά τις 7 ημέρες για περιγεννητική προφύλαξη και νυγμό από βελόνη και τις 14 ημέρες σε περίπτωση σεξουαλικής έκθεσης.
Η χορήγηση HBIG σε νεογνά HBsAg (+) μητέρων, σε συνδυασμό με την πρώτη δόση του εμβολίου έναντι της ηπατίτιδας Β μέσα σε 12 έως 24 ώρες από τη γέννηση είναι αποτελεσματική σε ποσοστό 85-95% στην πρόληψη της λοίμωξης, ενώ η χορήγηση μόνον εμβολίου μέσα σε 24 ώρες από τη γέννηση προφυλάσσει σε ποσοστό 70-95%. Όταν χορηγούνται ταυτόχρονα εμβόλιο και HBIG, πρέπει να γίνονται σε διαφορετικά σημεία.
Από το 1977 όλα τα σκευάσματα HBIG που κυκλοφορούν στο εμπόριο περιέχουν τίτλο αντισωμάτων έναντι του επιφανειακού αντιγόνου (HBsAg) τουλάχιστον 1:1000 με τη μέθοδο RIA. Ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χορήγηση της υπεράνοσης γ-σφαιρίνης είναι πολύ σπάνιες.
Περισσότερες πληροφορίες για τα εμβόλια εδώ: Engerix-B® (en) και Recombivax® (en).
Πηγή:
- Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας
- Centers for Disease Control and Prevention - Hepatitis B Vaccination
- Περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος Engerix-B®
- Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών - Τροποποίηση Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών Ενηλίκων 2025. Χρονοδιάγραμμα και Συστάσεις - Οκτώβριος 2025