Πρόληψη

Εμβόλιο κατά του πνευμονιόκοκκου

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

H πνευμονιοκοκκική νόσος που προκαλείται από ένα κοινό βακτήριο, τον πνευμονιόκοκκο (Streptococcus Pneumoniae), αποτελεί παγκοσμίως ένα από τα κυριότερα προβλήματα υγείας με περισσότερους από 1,6 εκατομμύρια θανάτους ετησίως (0,7 έως 1 εκατομμύριο από αυτούς τους θανάτους αφορά παιδιά μικρότερα των 5 ετών). Οι λοιμώξεις που μπορεί να προκληθούν από το βακτήριο του πνευμονιόκοκκου περιλαμβάνουν τόσο διεισδυτικές λοιμώξεις όπως η μηνιγγίτιδα, η βακτηριαιμία και η βακτηριαιμική πνευμονία όσο και μη διεισδυτικές όπως η μέση ωτίτιδα (λοίμωξη του μέσου ωτός) και η πνευμονία.

Το αντιπνευμονιοκοκκικό εμβόλιο χορηγείται σε παιδιά με σκοπό την προστασία έναντι νοσημάτων όπως η μηνιγγίτιδα, η σήψη ή βακτηριαιμία, η πνευμονία και οι ωτικές λοιμώξεις και στους ενήλικες με σκοπό την πρόληψη νοσημάτων όπως πνευμονία με βακτηριαιμία, βακτηριαιμία και μηνιγγίτιδα.

Το αντιπνευμονιοκοκκικό εμβόλιο δεν παρέχει 100% προστασία κατά των οροτύπων του εμβολίου ή προστασία από ορότυπους του πνευμονιόκοκκου (στρεπτόκοκκου της πνευμονίας) που δεν περιλαμβάνονται σ΄αυτό.

Πολυσακχαριδικό πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (23-δύναμο)

Pneumococcal Polysaccharide 23-valent Vaccine (PPSV23)

Pneumo-23®, Pneumovax-23®

Το πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο είναι ένα εμβόλιο (νεκρό μη συζευγμένο) παρασκευασμένο από κεκαθαρμένα πνευμονιοκοκκικά πολυσακχαριδικά αντιγόνα ελύτρου (περιβλήματος) τα οποία λαμβάνονται από 23 διαφορετικούς ορότυπους του πνευμονιόκοκκου (1, 2, 3, 4, 5, 6B, 7F, 8, 9N, 9V, 10A, 11A, 12F, 14, 15B, 17F, 18C, 19A, 19F, 20, 22F, 23F, 33F) και αντιπροσωπεύουν το 90% των οροτύπων που προκαλούν διεισδυτική πνευμονική λοίμωξη.

Ο πνευμονιόκοκκοςΤο εμβόλιο παρέχει ανοσία μετά από 2-3 εβδομάδες από τον εμβολιασμό.

Ενδείξεις:

Το πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο ενδείκνυται για την πρόληψη της πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας και των συστηματικών πνευμονιοκοκκικών λοιμώξεων που οφείλονται στους ορότυπους οι οποίοι περιλαμβάνονται στο εμβόλιο σε υψηλού κινδύνου άτομα ηλικίας 2 ετών και άνω, όπως:

  • Μικρά παιδιά άνω των 2 ετών και ενήλικες > 60 ετών.
  • Άτομα με συγγενείς αντισωματικές ανεπάρκειες (κυρίως έλλειψη της IgG2)
  • Άτομα που έχουν μολυνθεί με τον ιό HIV (συμπτωματικά ή μη).
  • Άτομα με επίκτητη ανοσοκαταστολή εξαιτίας νοσήματος ή θεραπείας ή άλλης (εκτός του HIV) ιογενούς λοίμωξης.
  • Άτομα με μειονεκτική σπληνική λειτουργία ή ασπληνία π.χ. με δρεπανοκυτταρική νόσο, με υπερσπληνισμό, με χειρουργική αφαίρεση του σπλήνα.
  • Άτομα με νόσο Hodgkin, πολλαπλούν μυέλωμα.
  • Άτομα με νεφρωσικό σύνδρομο ή χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
  • Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη.
  • Άτομα με χρόνια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Άτομα με χρόνιες πνευμονοπάθειες.
  • Άτομα με διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από συγγενείς ή επίκτητες αιτίες.
  • Άτομα με κίρρωση ήπατος.
  • Αλκοολικοί.

Αντενδείξεις:

  • Υπερευαισθησία σε κάθε συστατικό του εμβολίου.
  • Πρέπει να αναβάλλεται η χορήγηση του εμβολίου σε περίπτωση σημαντικού εμπύρετου νοσήματος, άλλης ενεργής νόσου ή υποτροπής χρόνιας νόσου.
  • Δεν ενδείκνυται σε άτομα που έχουν εμβολιαστεί με εμβόλιο πνευμονιόκκοκου μέσα στα τελευταία 3 χρόνια, εκτός και αν υπάρχει ειδικός συγκεκριμένος λόγος επανεμβολιασμού.
  • Δεν ενδείκνυται κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης, αλλά μπορεί να χορηγηθεί κατά την διάρκεια της γαλουχίας.

Τρόπος χορήγησης:

Προτιμάται ενδομυϊκά αλλά μπορεί να χορηγηθεί και υποδόρια.

Αρχική δόση: μία δόση των 0,5 ml.

Επανεμβολιασμός: μία δόση των 0,5 ml. Απ΄όσο μέχρι τώρα είναι γνωστό ο συστηματικός επανεμβολιαμός όλων των ατόμων στα οποία έχει δοθεί εμβόλιο του πνευμονιόκκοκου, δεν ενδείκνυται. Παρόλα αυτά ενδείκνυται σε άτομα υψηλού κινδύνου (πχ άτομα με ασπληνία) που έχουν να εμβολιαστούν περισσότερο από 5 χρόνια, ή ο τίτλος των αντισωμάτων τους έχει μειωθεί απότομα (πχ. νεφρωσικό σύνδρομο, νεφρική ανεπάρκεια, ή άτομα με μεταμοσχευμένα όργανα). Επανεμβολιασμός μετά από 3-5 χρόνια ενδείκνυται επίσης σε παιδιά κάτω των 10 ετών με νεφρωσικό σύνδρομο, ασπληνία ή δρεπανοκυτταρική αναιμία.

Να σημειωθεί ότι εάν προγραμματίζεται χειρουργική σπληνεκτομή, το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου συνιστάται να χορηγείται τουλάχιστον 2 βδομάδες πριν τη χειρουργική επέμβαση. Το διάστημα των 2 βδομάδων ισχύει και για τα άτομα που θα αρχίσουν χημειοθεραπεία για καρκίνο ή άλλη ανοσοκατασταλτική θεραπεία καθώς και για άτομα στα οποία θα τοποθετηθεί κοχλιακό εμφύτευμα.

Παρενέργειες:

  • Τοπικά στο σημείο ένεσης, πόνος, ερυθρότητα, σκληρία, οίδημα (πρήξιμο).
  • Σπάνια μέτριος πυρετός ο οποίος υποχωρεί σε 24 ώρες.
  • Πιο σπάνια μπορεί να εμφανιστεί εξάνθημα, κνίδωση, αλλεργία, μυαλγίες, κεφαλαλγία.
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού ενηλίκων του 2012 συστήνεται ο εμβολιασμός όλων των ατόμων ηλικίας >50 ετών με μία δόση PCV13, ενώ για τα άτομα ηλικίας 19-50 ετών συστήνονται 1-2 δόσεις PPSV23 όταν τα άτομα αυτά ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου για σοβαρές πνευμονιοκοκκικές λοιμώξεις.

Συζευγμένο πολυσακχαριδικό πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο (13-δύναμο, προσροφημένο)

Pneumococcal Conjugate Vaccine (PCV13)

Prevenar 13®

Το 13-δύναμο αντιπνευμονιοκοκκικό εμβόλιο περιέχει τους 7 πολυσακχαρίτες της κάψας του πνευμονιόκοκκου ή στρεπτόκοκου της πνευμονίας (Streptococcus pneumoniae) του 7-δύναμου εμβολίου (4, 6Β, 9V, 14, 18C, 19F, 23F) συν 6 πρόσθετους πολυσακχαρίτες (1, 3, 5, 6A, 7F, 19A) όλους συζευγμένους με την πρωτεΐνη-φορέα CRM197, οι οποίοι στην Ευρώπη, εκτιμάται ότι ευθύνονται, ανάλογα με την χώρα για το 73 έως το 100% των περιστατικών διεισδυτικής νόσου σε παιδιά ηλικίας κάτω των πέντε ετών. Οι έξι πρόσθετοι πολυσακχαρίτες που περιέχονται στο εμβόλιο ευθύνονται για το 16 έως το 60% των περιστατικών.

H επίπτωση της διεισδυτικής πνευμονιοκοκκικής νόσου σε ενήλικες αυξάνει με την ηλικία από τα 50 έτη, με παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα ή χρήση αλκοόλ) και με υποκείμενες συνοσηρότητες (χρονία καρδιαγγειακή νόσο, χρονία πνευμονική νόσο περιλαμβανομένου άσθματος, διαταραχές των νεφρών, σακχαρώδη διαβήτη, και χρονία ηπατική νόσο περιλαμβανομένης αλκοολικής ηπατοπάθειας). Η βακτηριαιμική πνευμονία, η βακτηριαιμία χωρίς εστία και η μηνιγγίτιδα είναι οι πιο κοινές εκδηλώσεις της διεισδυτικής πνευμονιοκοκκικής νόσου σε ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω και οι πνευμονιοκοκικκοί ορότυποι που περιέχονται στο εμβόλιο ενδέχεται αναλόγως με τη χώρα να ευθύνονται για τουλάχιστον 50 – 76% των περιστατικών αυτών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ μέχρι το 2010 ο ορότυπος 19Α ευθυνόταν για το 1/3 των πνευμονιοκοκκικών λοιμώξεων, μετά το 2010 εντοπίζεται σε λιγότερο από το 1/4 αυτών. Η επιδημιολογική αυτή αλλαγή που συνέβη ταχύτατα, αποδίδεται στο 13δύναμο εμβόλιο. Ωστόσο το όφελος με το 13 δύναμο σύμφωνα με τους ειδικούς δεν είναι τόσο η μείωση της διεισδυτικής πνευμονικοκοκκικής νόσου όσο ότι τα στελέχη που περιέχονται στο εμβόλιο είναι από τα πλέον ανθεκτικά στα αντιβιοτικά.

Ενδείξεις:

  • Ενεργητική ανοσοποίηση για την πρόληψη της διεισδυτικής νόσου, της πνευμονίας και της οξείας μέσης ωτίτιδας που προκαλούνται από το πνευμονιόκοκκο σε βρέφη και παιδιά ηλικίας από 6 εβδομάδων έως 5 ετών.
  • Ενεργητική ανοσοποίηση για την πρόληψη της διεισδυτικής νόσου που προκαλείται από το πνευμονιόκοκκο, σε ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω.

Στην χώρα μας το 13-δύναμο αντιπνευμονιοκοκικκό εμβόλιο έχει ενταχθεί στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού ενηλίκων με απόφαση του Υπουργείου Υγείας (21/12/201, Αρ. Πρ. Τ1/Γ.Π.οικ.140958) με σύσταση για χορήγηση μιας δόσης εφάπαξ σε όλους τους ενήλικες από 50 ετών και άνω.

Δοσολογία:

Το εμβόλιο πρέπει να χορηγείται με ενδομυϊκή ένεση. Προτιμώμενες περιοχές είναι η προσθιοπλάγια περιοχή του μηρού (έξω πλατύς μηριαίος μυς) στα βρέφη ή ο δελτοειδής μυς στο άνω τμήμα του βραχίονα στα παιδιά και τους ενήλικες.

  • Βρέφη και παιδιά ηλικίας 6 εβδομάδων έως 5 ετών: συνιστάται, τα βρέφη που λαμβάνουν μία πρώτη δόση του 13-δύναμου εμβολίου να ολοκληρώνουν τον εμβολιασμό με το 13-δύναμο εμβόλιο.
  • Βρέφη ηλικίας 6 εβδομάδων - 6 μηνών:
    • Σειρά αρχικής ανοσοποίησης τριών δόσεων: το συνιστώμενο σχήμα εμβολιασμού αποτελείται από τέσσερις δόσεις, 0,5 ml η κάθε μία. Η αρχική σειρά ανοσοποίησης σε βρέφη αποτελείται από τρεις δόσεις, με την πρώτη δόση να δίνεται συνήθως σε ηλικία 2 μηνών και με διάστημα τουλάχιστον 1 μήνα μεταξύ των δόσεων. Η πρώτη δόση μπορεί να χορηγηθεί το νωρίτερο στην ηλικία των έξι εβδομάδων. Η τέταρτη (αναμνηστική) δόση συνιστάται στην ηλικία μεταξύ 11 και 15 μηνών.
    • Σειρά αρχικής ανοσοποίησης δύο δόσεων: εναλλακτικά, όταν το 13-δύναμο εμβόλιο χορηγείται ως μέρος ενός τακτικού προγράμματος εμβολιασμού για βρέφη, ενδέχεται να χορηγηθεί ένα σχήμα τριών δόσεων, 0,5 ml η κάθε μία. Η πρώτη δόση μπορεί να χορηγηθεί από την ηλικία των 2 μηνών με τη δεύτερη δόση μετά από 2 μήνες. Η τρίτη (αναμνηστική) δόση συνιστάται στην ηλικία μεταξύ 11 και 15 μηνών.
  • Μη εμβολιασμένα βρέφη και παιδιά ηλικίας ≥ 7 μηνών:
    • Βρέφη ηλικίας 7-11 μηνών: δύο δόσεις, 0,5 ml η κάθε μία, με διάστημα τουλάχιστον 1 μήνα μεταξύ των δόσεων. Μία τρίτη δόση συνιστάται στο δεύτερο έτος της ζωής.
    • Παιδιά ηλικίας 12-23 μηνών: δύο δόσεις, 0,5 ml η κάθε μία, με διάστημα τουλάχιστον 2 μηνών μεταξύ των δόσεων.
    • Παιδιά ηλικίας 2-5 ετών: μία μόνο δόση των 0,5 ml.
  • Σχήμα εμβολιασμού με 13-δύναμου εμβολίου σε βρέφη και παιδιά προηγουμένως εμβολιασμένα με το 7-δύναμο εμβόλιο (οροτύπους 4, 6B, 9V, 14, 18C, 19F και 23F του πνευμονιόκοκκου):
    • Το 13-δύναμο εμβολίο περιέχει τους ίδιους 7 ορότυπους που περιέχονται στο 7-δύναμο εμβόλιο, χρησιμοποιώντας την ίδια πρωτεΐνη-φορέα CRM197. Βρέφη και παιδιά τα οποία ξεκίνησαν εμβολιασμό με το 7-δύναμο εμβόλιο μπορούν να λάβουν το 13-δύναμο εμβόλιο σε οποιοδήποτε στάδιο στο σχήμα εμβολιασμού.
  • Νεαρά παιδιά (12-59 μηνών) πλήρως ανοσοποιημένα με το 7-δύναμο εμβόλιο:
    • Νεαρά παιδιά τα οποία θεωρούνται πλήρως ανοσοποιημένα με το 7-δύναμο εμβόλιο θα πρέπει να λάβουν μία δόση του 13-δύναμου εμβολίου των 0,5 ml, προκειμένου να επάγει ανοσολογικές αποκρίσεις στους 6 πρόσθετους οροτύπους. Η δόση αυτή του Prevenar 13 θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 8 εβδομάδες μετά την τελική δόση του 7-δύναμου εμβολίου.
  • Ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω:
    • Μία μόνο δόση. Η ανάγκη για επανεμβολιασμό με μία επακόλουθη δόση του 13-δύναμου εμβολίου δεν έχει τεκμηριωθεί. Ανεξάρτητα από την προηγούμενη κατάσταση εμβολιασμού για τον πνευμονιόκοκκο, εάν η χρήση του 23-δύναμου πολυσακχαριδικού εμβολίου κρίνεται απαραίτητη, το 13-δύναμο εμβόλιο θα πρέπει να χορηγείται πρώτο.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (αυτές μπορεί να εμφανισθούν με συχνότητα μεγαλύτερη από 1 στις 10 δόσεις του εμβολίου) που αναφέρθηκαν σε ενήλικες ηλικίας 50 ετών και άνω είναι:

  • Μειωμένη όρεξη, πονοκέφαλοι, διάρροια.
  • Ρίγη, κόπωση, εξάνθημα, πόνος, ερυθρότητα, πρήξιμο, σκληρότητα ή ευαισθησία στο σημείο της ένεσης που επηρεάζει την κίνηση του χεριού.
  • Επιδείνωση του πόνου ή δημιουργία νέου πόνου στις αρθρώσεις, επιδείνωση του πόνου ή δημιουργία νέου πόνου στους μύες.

Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (αυτές μπορεί να εμφανισθούν με συχνότητα έως 1 στις 10 δόσεις του εμβολίου) είναι:

  • Έμετος, πυρετός.

Όχι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (αυτές μπορεί να εμφανισθούν με συχνότητα έως 1 στις 100 δόσεις του εμβολίου) είναι:

  • Ναυτία.
  • Αλλεργική αντίδραση (υπερευαισθησίας), συμπεριλαμβανομένου οιδήματος του προσώπου και/ή των χειλέων, δυσκολία στην αναπνοή.
  • Διόγκωση των λεμφαδένων (λεμφαδενοπάθεια) κοντά στην περιοχή του σημείου της ένεσης, όπως κάτω από το μπράτσο.

Αντενδείξεις:

  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Η χορήγηση θα πρέπει να αναβάλλεται σε άτομα που υποφέρουν από οξεία, σοβαρή εμπύρετη νόσο. Ωστόσο, η παρουσία μίας ελάσσονος λοίμωξης, όπως ένα κρυολόγημα, δεν θα πρέπει να οδηγεί σε αναβολή του εμβολιασμού.

Συγχορήγηση:

Το εμβόλιο μπορεί να χορηγείται ταυτόχρονα με το εποχικό τριδύναμο αδρανοποιημένο εμβόλιο κατά της γρίπης (TIV) αλλά σε διαφορετικό σημείο εμβολιασμού. Η ταυτόχρονη χρήση του με άλλα εμβόλια ενηλίκων όμως δεν έχει διερευνηθεί.

Άτομα με διαταραχή στην ανοσολογική απόκριση, είτε οφειλόμενη σε χρήση ανοσοκατασταλτικής θεραπείας, γενετική ανωμαλία, λοίμωξη από HIV, ή άλλες αιτίες, μπορεί να έχουν μειωμένη αντισωματική απάντηση στην ενεργητική ανοσοποίηση.

Πηγή:

  • Περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος Pneumo-23®
  • Περίληψη χαρακτηριστικών του προϊόντος Prevenar 13®
  • http://www.prevenar13.gr

Αναζήτηση