Πρόληψη

Εμβόλιο αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου b

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Ο αιμόφιλος της ινφλουέντζας (Haemophilus influenzae) αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά το 1892 από τον Pfeiffer, ο οποίος εσφαλμένα θεώρησε ότι ήταν το αίτιο της γρίππης. Το βακτηρίδιο είναι ένας μικρός Gram-αρνητικός μικροοργανισμός ποικίλου σχήματος, γι' αυτό συχνά περιγράφεται ως πολύμορφο κοκκοβακτηρίδιο.

Ο αιμόφιλος αναπτύσσεται τόσο αεροβίως όσο και αναεροβίως. Έχουν αναγνωριστεί έξι κύριοι ορότυποι του αιμόφιλου του ινφλουέντζας που χαρακτηρίζονται με τα γράμματα a έως f και βασίζονται σε αντιγονικά διαφορετικές πολυσακχαριτικές κάψες (έλυτρα). Επιπλέον, μερικά στελέχη δεν έχουν πολυσακχαριτική κάψα και αποκαλούνται μη τυποποιήσιμα.

Άμεση κατά Gram χρώση του αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου b Άμεση κατά Gram χρώση του αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου b

Τα στελέχη με τις περισσότερες κλινικές επιπτώσεις είναι τα τύπου b και τα μη τυποποιήσιμα, μολονότι μπορούν να προκαλέσουν νόσο και άλλα, πλην του τύπου b, ελυτροφόρα στελέχη. Τα στελέχη του αιμόφιλου της ινφλουέντζας τύπου b (Hib) προκαλούν νόσο κυρίως σε βρέφη και παιδιά κάτω των 6 ετών και σπάνια σε άτομα ηλικίας άνω των 6 ετών. Τα μη τυποποιήσιμα στελέχη είναι κυρίως παθογόνα των βλεννογόνων, μολονότι μπορούν ενίοτε να προκαλέσουν διεισδυτική νόσο.

Τα στελέχη Hib προκαλούν συστηματική νόσο διά εισβολής και αιματογενούς διασποράς από την αναπνευστική οδό σε απομακρυσμένες περιοχές, όπως οι μήνιγγες, τα οστά και οι αρθρώσεις. Το πολυσακχαριτικό έλυτρο τύπου b είναι σημαντικός παράγων λοιμογόνου ισχύος, ο οποίος επηρεάζει την ικανότητα του βακτηριδίου να αποφεύγει την οψωνινοποίηση και να προκαλεί συστηματική νόσο.

Σοβαρότερη εκδήλωση της λοίμωξης από Hib είναι η μηνιγγίτιδα. Η ηλικία της μέγιστης επίπτωσης ποικίλλει στις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, εξαρτώμενη εν μέρει από τη χρήση εμβολίου, αλλά αυτή η λοίμωξη προσβάλλει κυρίως βρέφη ηλικίας κάτω των 2 ετών. Η συνολική θνητότητα της μηνιγγίτιδας από Hib είναι περίπου 5% και η νοσηρότητα είναι υψηλή. Το 6% των επιζώντων έχει μόνιμη νευροαισθητήρια βαρηκοΐα και περίπου το ένα τέταρτο έχει κάποια σημαντική αναπηρία. Η επιγλωττίτιδα που αποτελεί άλλη σοβαρή εκδήλωση της νόσου είναι επικίνδυνη για τη ζωή αφού μπορεί να προκαλέσει οξεία απόφραξη των ανώτερων αεροφόρων οδών.

Ο φλέγμονας (κυτταρίτιδα) από Hib παρουσιάζεται σε μικρά παιδιά. Η συνηθέστερη εντόπισή του είναι στο κεφάλι ή στον λαιμό και η προσβεβλημένη περιοχή συχνά έχει χαρακτηριστική κυανέρυθρη χροιά. Ο Hib προκαλεί επίσης πνευμονία στα βρέφη. Η νόσος δεν είναι δυνατόν να διακριθεί κλινικά από τους άλλους τύπους βακτηριακής πνευμονίας (π.χ., πνευμονιοκοκκικής πνευμονίας), εκτός του ότι ο Hib προσβάλλει συχνότερα τον υπεζωκότα.

Άλλες σπανιότερες διεισδυτικές καταστάσεις που μπορεί να οφείλονται στη λοίμωξη από Hib είναι η οστεομυελίτιδα, η σηπτική αρθρίτιδα, η περικαρδίτιδα, ο περικογχικός φλέγμονας, η ενδοφθαλμίτιδα, οι ουρολοιμώξεις, τα αποστήματα και η βακτηριαιμία από άγνωστη εστία.

Εμβόλιο αιμόφιλου ινφλουέντζας τύπου b:

Το συζευγμένο εμβόλιο έναντι του αιμόφιλου ινφλουέντζας (γρίππης) τύπου b (Haemophilus Influenzae Vaccine Type B - Hib) παρασκευάζεται από κεκαθαρμένο πολυσακχαρίτη του περιβλήματος στελέχους του αιμόφιλου ινφλουέντζας b που είναι συζευγμένος με πρωτεΐνη Diphtheria CRMI97 ή με πρωτεΐνη τετάνου ώστε να εμφανίζει μεγάλη αντιγονική ισχύ και η επαναχορήγησή του να ενισχύει την αρχική αντισωματική απάντηση.

Ενδείξεις εμβολίου:

  • Προφύλαξη από τις διεισδυτικές λοιμώξεις που προκαλεί ο αιμόφιλος ινφλουέντζας (Haemophilus influenzae) τύπου b (όπως μηνιγγίτιδα, σηψαιμία, κυτταρίτιδα, αρθρίτιδα, επιγλωττίτιδα) από την ηλικία των 2 μηνών μέχρι 5 ετών.
  • Συστήνεται να χορηγείται σε μία δόση σε άτομα με δρεπανοκυτταρική αναιμία ή με σπληνεκτομή ή σε άτομα που πρόκειται να υποβληθούν σε σπληνεκτομή και σε ανοσοκατασταλμένα, εφόσον δεν έχουν λάβει προηγουμένως εμβόλιο Hib.

Δοσολογία:

Το εμβόλιο χορηγείται ενδομυϊκώς σε παιδιά 2 μηνών μέχρι 5 ετών (σε βρέφη 2-24 μηνών στο μηρό, σε παιδιά άνω των 2 ετών στον δελτοειδή). Σε άτομα με αιμορραγική διαταραχή ή θρομβοπενία χορηγείται υποδόρια, γιατί μπορεί στα άτομα αυτά να παρατηρηθεί αιμορραγία μετά από ενδομυϊκή ένεση.

  • Παιδιά <6 μηνών τρεις δόσεις με μεσοδιάστημα 2 μηνών (π.χ. στο 2ο, 4ο, 6ο μήνα) και μια αναμνηστική δόση 12-15 μήνες μετά από την τελευταία δόση.
  • Παιδιά 7-12 μηνών δύο δόσεις με μεσοδιάστημα 2 μηνών (π.χ. στο 7ο και 9ο μήνα) και μια αναμνηστική δόση 12-15 μήνες μετά από την τελευταία δόση.
  • Παιδιά 12 μηνών - 5 ετών μία μόνο δόση.
  • Στην περίπτωση προγραμματισμένης σπληνεκτομής ο εμβολιασμός προτείνεται να γίνεται 14 ή περισσότερες ημέρες πριν την επέμβαση σε μία δόση.
  • Οι μεταμοσχευμένοι με αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα θα πρέπει να εμβολιαστούν με 3 δόσεις 6 έως 12 μήνες μετά από μια επιτυχή μεταμόσχευση ανεξάρτητα αν είχαν εμβολιαστεί στο παρελθόν. Το μεσοδιάστημα μεταξύ των δόσεων πρέπει να είναι τουλάχιστον 4 εβδομάδες.
  • Το εμβόλιο Hib δεν συστήνεται για ενήλικες με HIV λοίμωξη, γιατί είναι μικρός ο κίνδυνος να νοσήσουν από αιμόφιλο.

Αντενδείξεις:

  • Το εμβόλιο δεν πρέπει να χορηγείται:
    • Κατά την διάρκεια εμπύρετων νοσημάτων.
    • Σε άτομα που εμφάνισαν σημεία υπερευαισθησίας (έντονη τοπική ή γενική αντίδραση) σε προηγούμενη δόση του εμβολίου.
    • Σε άτομα με γνωστή υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του εμβολίου.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:

  • Τοπικές: ερύθημα, θερμότητα, οίδημα, πόνος και σκληρία στο σημείο της ένεσης που εμφανίζονται συνήθως τις πρώτες 48 ώρες και με συχνότητα που εξαρτάται από την αντιγονική ισχύ του εμβολίου, τον αριθμό των δόσεων που προηγήθηκαν και την ηλικία του παιδιού.
  • Συστηματικές: πυρετός >38°C, ανορεξία, ανησυχία, εμετοί, διάρροια και ασυνήθιστο κλάμα είναι οι ήπιες συστηματικές αντιδράσεις που παρατηρούνται μέσα σε 48 ώρες και υποχωρούν αυτόματα. Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του εμβολίου και σπάνια αναφυλαξία μπορεί να παρατηρηθεί και για το λόγο αυτό ο εμβολιαζόμενος πρέπει να παραμένει κάτω από ιατρική επίβλεψη για 30 λεπτά μετά τον εμβολιασμό.

Προσοχή στη χορήγηση:

Το εμβόλιο παρέχει προστασία από τον αιμόφιλο της ινφλουέντζας τύπου b στο 100% των εμβολιασμένων ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση της σειράς των εμβολιασμών, αλλά δεν παρέχει προστασία για λοιμώξεις που προκαλούνται από μη ελυτροφόρα ή ελυτροφόρα στελέχη άλλων τύπων αιμόφιλου της ινφλουέντζας.

Το εμβόλιο μπορεί να χορηγηθεί μαζί με το OPV ή IPV (εμβόλια για πολιομυελίτιδα), με το εμβόλιο διφθερίτιδας-τετάνου-κοκκύτη, το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β ή το εμβόλιο ιλαράς - ερυθράς - παρωτίτιδας αλλά σε διαφορετικό σημείο και με διαφορετική σύριγγα.

Σημειώνεται ότι η πρωτεΐνη του τετάνου ή της διφθερίτιδας που περιέχεται στο εμβόλιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει τον καθιερωμένο αντιτετανικό και αντιδιφθεριτιδικό εμβολιασμό.

Η ανοσολογική απάντηση του εμβολίου μπορεί να μειωθεί από ανοσοκατασταλτική θεραπεία ή ανοσολογική ανεπάρκεια. Για το λόγο αυτό συνιστάται να αναβάλλεται ο εμβολιασμός μέχρι το τέλος της θεραπείας ή να βεβαιώνεται ότι το άτομο είναι καλά προστατευμένο. Ωστόσο, ο εμβολιασμός ατόμων με χρόνια ανοσοκαταστολή, όπως λοίμωξη HIV, ασπληνία ή δρεπανοκυτταρική αναιμία συνιστάται ακόμα και εάν υπάρχει κίνδυνος η ανοσολογική απάντηση να είναι μικρότερη της βέλτιστης.

Ιδιοσκευάσματα: Act Hib® ή σε συνδυασμό Hexavac®, Infanrix Hexa®, Infanrix IPV®, Pentavac®, Procomvax® (διφθερίτιδας - αιμόφιλου της ινφλουέντζας τύπου b - κοκκύτη - πολιομυελίτιδας - τετάνου - ηπατίτιδας Β).

Πηγή:

  • Harrison - Εσωτερική Παθολογία - Κεφάλιο 139 - Λοιμώξεις από Haemophilus (17η έκδοση).
  • Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος Act Hib®
  • Εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών ενηλίκων 2015.

Αναζήτηση