Δηλητηρίαση από παρακεταμόλη

Εκτύπωση

Η παρακεταμόλη (ακεταμινοφαίνη) είναι το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο αναλγητικό στον κόσμο και ένα από τα συχνότερα αίτια δηλητηριάσεων (paracetamol poisoning or acetaminophen poisoning) που οφείλονται σε φαρμακευτικούς παράγοντες. Η πρωταρχική κλινική εκδήλωση της δηλητηρίασης με παρακεταμόλη είναι η ηπατοτοξικότητα, που εκδηλώνεται λόγω της συσσώρευσης του τοξικού ενδιάμεσου μεταβολίτη Ν-ακετυλο-p-βενζοκινονιμίνης (NAPQI), όταν εξαντλούνται τα ηπατικά αποθέματα γλουταθειόνης, αλλά και η οξεία σωληναριακή νέκρωση, η παγκρεατίτιδα και η νέκρωση του μυοκαρδίου.

Παρακεταμόλη

 

Η παρακεταμόλη απορροφάται από το στόμαχο και την ανώτερη μοίρα του εντέρου. Μετά από λήψη θεραπευτικής δόσης σκευάσματος άμεσης αποδέσμευσης του φαρμάκου, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1-2 ώρες, ενώ μετά από λήψη τοξικής δόσης τα μέγιστα επίπεδα παρατηρούνται σε 2-4 ώρες. Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ποσοστό 96%, ενώ σε ποσοστό 2-4% αποβάλλεται αναλλοίωτη στα ούρα. Οι δύο κύριες οδοί μεταβολισμού της οδηγούν στην παραγωγή ανενεργών γλυκουρονικών και θειικών εστέρων, που αποβάλλονται με τα ούρα. Ένα μικρό ποσοστό της (5%) μεταβολίζεται στο ήπαρ από το σύστημα του κυτοχρώματος P450 και σχηματίζει τον τοξικό ενδιάμεσο μεταβολίτη Ν-ακετυλ-p-βενζοκινονιμίνη (NAPQI). Σε θεραπευτικές δόσεις, η ποσότητα του NAPQI που παράγεται είναι μικρή και συνδέεται με γλουταθειόνη, σχηματίζοντας το μη τοξικό μερκαπτουρικό οξύ.

Σε υπερδοσολογία, στις δύο πρώτες μεταβολικές οδούς επέρχεται κορεσμός και το μεγαλύτερο ποσοστό παρακεταμόλης μεταβολίζεται μέσω του κυτοχρώματος P450 οδηγώντας σε παραγωγή μεγάλων συγκεντρώσεων NAPQI και σε εξάντληση των αποθεμάτων γλουταθειόνης.

Στους πιθανούς μηχανισμούς τοξικότητας του φαρμάκου αναφέρονται:

Η ποσότητα της παρακεταμόλης που απαιτείται για να προκληθεί ηπατική τοξικότητα ποικίλλει ανάλογα με τον σωματότυπο και την ηπατική λειτουργία του ασθενούς. Συστήνεται η ημερήσια πρόσληψη της παρακεταμόλης να μην υπερβαίνει τα 4 g για τους ενήλικες και τα 90 mg/kg σε παιδιά.

Κλινική εικόνα:

Η κλινική εικόνα ποικίλλει ανάλογα με τη ληφθείσα δόση και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη λήψη της παρακεταμόλης.

Εργαστηριακός έλεγχος:

Νομόγραμμα των Rumack-MatthewΝομόγραμμα των Rumack-Matthew. Ημιλογαριθμικός χάρτης των συγκεντρώσεων παρακεταμόλης (acetaminophen) σε σχέση με το χρόνο μετά τη λήψη.

Θεραπεία:

Τα άτομα που έχουν λάβει μεγάλη ποσότητα παρακεταμόλης ή άλλης τοξικής ουσίας πρέπει να επικοινωνήσουν άμεσα με το κέντρο δηλητηριάσεων στο τηλέφωνο 210 7793777.

Η τοξική δόση της παρακεταμόλης συνήθως υπερβαίνει τα 7 g ή 150 mg/kg σε ενήλικο άτομο. Οι χρόνιοι αλκοολικοί, όπως επίσης και τα άτομα με ψυχογενή ανορεξία, καχεξία, HIV-λοίμωξη και χρόνια ηπατοπάθεια, έχουν ελαττωμένα αποθέματα γλουταθειόνης και μπορεί να παρουσιάσουν ηπατοτοξικότητα με μικρότερες δόσεις παρακεταμόλης. Ομοίως, τα άτομα που λαμβάνουν φάρμακα που επάγουν το κυτόχρωμα P450 (ισονιαζίδη, ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, ομεπραζόλη), με αποτέλεσμα την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων NAPQI, έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην παρακεταμόλη.

Η Ν-ακετυλοκυστεΐνη (NAC) αποτελεί το φάρμακο επιλογής για τη δηλητηρίαση από παρακεταμόλη και είναι περισσότερο αποτελεσματική όταν χορηγείται στη διάρκεια των 8 πρώτων ωρών. Εντούτοις και η όψιμη χορήγησή της (15 ώρες μετά την υπερδοσολογία παρακεταμόλης) έχει αποδειχθεί ότι είναι ασφαλής, ενώ ωφέλιμα αποτελέσματα μπορεί να επιτευχθούν πιθανώς και με χορήγηση του φαρμάκου μέχρι και μετά από 24 ώρες. Επιπρόσθετα, η αγωγή με Ν-ακετυλοκυστεΐνη σε ασθενείς που έχουν ήδη εκδηλώσει κεραυνοβόλο ηπατική ανεπάρκεια ελαττώνει τη νοσηρότητα και τη θνητότητα. Ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών μετά από τη χορήγηση της Ν-ακετυλοκυστεΐνης.

Πηγή:

Ετικέτες: , , , , , , ,
Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά