Προκαλσιτονίνη (PCT)

Η προκαλσιτονίνη (Procalcitonin, PCT) είναι πρόδρομο μόριο της καλσιτονίνης (ορμόνη υπεύθυνη για την ομοιόσταση του ασβεστίου) που φυσιολογικά παράγεται από τα κύτταρα C (παραθυλακιώδη κύτταρα) του θυρεοειδούς αδένα και σε μικρότερο βαθμό από άλλα νευροενδοκρινικά κύτταρα. Πρόκειται για πεπτίδιο μοριακού βάρους 14,5kDa που αποτελείται από 116 αμινοξέα και η παραγωγή του ρυθμίζεται από το γονίδιο CALC-1 που εδράζεται στο χρωμόσωμα 11.

Πέρα από την παραγωγή της προκαλσιτονίνης από τα νευροενδοκρινικά κύτταρα, σε περιπτώσεις σήψης ενεργοποιείται η παραγωγή της και σε άλλα παρεγχυματικά κύτταρα του οργανισμού. Αυτό οφείλεται στη δράση συγκεκριμένων φλεγμονωδών διαμεσολαβητών όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων-α (TNF-α) και οι ιντερλευκίνες 6 και 1β και στην απευθείας δράση ορισμένων ενδοτοξινών και λιποπολυσακχαριτών.

Αυξημένα επίπεδα προκαλσιτονίνης μπορούν να ανιχνευθούν όμως και σε άλλες καταστάσεις όπως μετά από μεγάλα τραύματα/εγκαύματα ή σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις, λήψη φαρμάκων, μυκητιασικές λοιμώξεις, ελονοσία, χρόνια νεφρική νόσο (ανεξαρτήτως αν ο ασθενής έχει ενταχθεί ή όχι σε εξωνεφρική κάθαρση) και ως παρανεοπλασματική εκδήλωση σε μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα ή μυελοειδές καρκίνο του θυρεοειδούς.

Διακύμανση βιοδεικτών βακτηριακής λοίμωξης στο χρόνοΔιακύμανση βιοδεικτών βακτηριακής λοίμωξης στο χρόνο
PCT (προκαλσιτονίνη), CRP (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη), TNF (παράγοντας νέκρωσης όγκων), IL-6 και IL-10 (ιντερλευκίνες 6 και 10)

Σε βακτηριακές καθώς και σε μυκητιασικές λοιμώξεις οι τιμές της προκαλσιτονίνης ανευρίσκονται αυξημένες σε άλλοτε άλλο βαθμό. Έτσι, σε σηπτικούς ασθενείς, η αύξηση της προκαλσιτονίνης είναι ιδιαιτέρως υψηλή και ανιχνεύεται ήδη εντός δύο ωρών μετά από την ενδοτοξιναιμία ή τη βακτηριαιμία και φθάνει στο μέγιστο σε 6–12 ώρες. Σε λοιμώξεις που δεν προκαλούν την εμφάνιση του συνδρόμου της συστηματικής φλεγμονώδους απάντησης, η προκαλσιτονίνη του ορού κατά κανόνα παραμένει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Κατά την διάρκεια ιογενών λοιμώξεων, νεοπλασματικών και αυτοάνοσων νοσημάτων τα επίπεδά της αυξάνονται ελάχιστα ή και καθόλου. Σε σοβαρές ιογενείς λοιμώξεις οι τιμές της προκαλσιτονίνης σπάνια υπερβαίνουν τα 2ng/ml.

Η προκαλσιτονίνη εμφανίζει συσχέτιση με την έκταση και την σοβαρότητα της λοίμωξης και έχει προγνωστική αξία, καθώς η πορεία της κατά τη λοίμωξη προβλέπει τον κίνδυνο θνητότητας σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς με λοιμώξεις και σε ασθενείς με πνευμονία σχετιζόμενη με αναπνευστήρα.Παρουσιάζει την μεγαλύτερη ευαισθησία (85%) και ειδικότητα (91%) για την επισήμανση των ασθενών με σύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους απάντησης που οφείλεται σε σήψη, συγκρινόμενη με την IL-2, την IL-6, την IL-8, τη CRP ή τον παράγοντα νέκρωσης όγκων TNF-α και επιπρόσθετα, η παραγωγή της, σε αντίθεση με άλλους βιοδείκτες, συμπεριλαμβανομένης της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP), δε φαίνεται να ελαττώνεται σημαντικά με τη χρήση στεροειδών και μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.

Συνεπώς η προκαλσιτονίνη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και κρίσιμη στη διάκριση μεταξύ λοιμωδών και μη λοιμωδών αιτιών του συνδρόμου της συστηματικής φλεγμονώδους απάντησης και στην επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής. Έτσι, εκτός από την πρώιμη διάγνωση, η προκαλσιτονίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τον καθημερινό έλεγχο της εξέλιξης και γενικά της πορείας της λοίμωξης, καθώς και για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της αντιμικροβιακής θεραπείας προσδίδοντάς της έτσι και εξαιρετική προγνωστική αξία.

Πιθανές ερμηνείες παθολογικών τιμών:

  • Τα επίπεδα προκαλσιτονίνης στον υγιή πληθυσμό είναι συνήθως <0,1ng/ml.
  • Προκαλσιτονίνη <0,5 ng/ml. Η συστηματική λοίμωξη δεν είναι πιθανή.
  • Προκαλσιτονίνη ≥0.5 - <2 ng/ml. Μέτρια συστηματική φλεγμονώδης απάντηση, πιθανή σήψη.
  • Προκαλσιτονίνη ≥2-<10 ng/ml. Σοβαρή σήψη: Σοβαρή συστηματική φλεγμονώδης απάντηση (SIRS), πιθανότατα λόγω λοίμωξης (σήψη), υψηλός κίνδυνος ανάπτυξης δυσλειτουργίας οργάνων.
  • Προκαλσιτονίνη ≥10 ng/ml. Σημαντική συστηματική φλεγμονώδης απάντηση σχεδόν αποκλειστικά λόγω σοβαρής βακτηριακής σήψης ή σηπτικού σοκ.

Η μέτρηση της προκαλσιτονίνης φέρεται να είναι χρήσιμη–μαζί με τη δοκιμασία της ναπροξένης– και στη διερεύνηση του παρατεινόμενου πυρετού άγνωστης αιτιολογίας, όσον αφορά στην ύπαρξη βακτηριακής λοίμωξης.

Στην κλινική πράξη η προκαλσιτονίνη αποτελεί έναν πολλά υποσχόμενο βιοδείκτη που χρησιμεύει στη διαφοροδιάγνωση μεταξύ σήψης και συνδρόμου συστηματικής φλεγμονώδους απάντησης (SIRS) μη λοιμώδους αιτιολογίας. Ταυτόχρονα η προκαλσιτονίνη χρησιμεύει ως οδηγός για την έναρξη και τον τερματισμό της αντιβιοτικής αγωγής βοηθώντας στην επιλογή των ασθενών που πραγματικά χρήζουν αντιβιοτική αγωγή, αποφεύγοντας έτσι την περιττή χρήση αντιβιοτικών.

 

Η προκαλσιτονίνη μπορεί να αποτελέσει ένα δείκτη που συμβάλει στον προσδιορισμό της σοβαρότητας της νόσου σε ασθενείς με COVID-19. Επιπλέον, οι διαδοχικές της μετρήσεις μπορούν να είναι χρήσιμες στην πρόβλεψη της εξέλιξης της νόσου, αλλά ακόμα απαιτείται πρόσθετη διερεύνηση των μηχανισμών με τους οποίους η αυξημένη προκαλσιτονίνη συντίθεται και απελευθερώνεται σε ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό SARS-CoV-2.

Η προκαλσιτονίνη (PCT) δεν αυξάνει, σε αντίθεση με την CRP, σημαντικά σε ασθενείς με COVID-19 και μπορεί να βοηθήσει παράλληλα με την κλινική εκτίμηση στη διάγνωση / αποκλεισμό της βακτηριακής επιλοίμωξης και να καθοδηγήσει την έναρξη ή την διακοπή της θεραπείας με αντιβιοτικά.

 

ΝέοGuidelines on the use of Procalcitonin in COVID-19 (λήψη εδώ) (en)

Πηγή:

  • Μαρίνα Γερασίμου, Σταύρος Μαντζούκης - Ο ρόλος της Προκαλσιτονίνης στη Σήψη - ΑΧΑΪΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ Τόμος 38ος, Τεύχη 1-2, Οκτώβριος 2019.
  • Σταύρος Ανευλαβής, Κωνσταντίνος Καλτσάς, Δημοσθένης Μπούρος - Η προκαλσιτονίνη ως δείκτης βακτηριακής λοίμωξης στους ηλικιωμένους ασθενείς - ΠΝΕΥΜΩΝ Τεύχος 1ο, Τόμος 27ος, Ιανουάριος - Μάρτιος 2014.
  • Ν. Βαλλιάνου, Π. Κουταλάς - Προκαλσιτονίνη και λοιμώξεις - Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 2008, 25(5):602-604
  • Elsevier Public Health Emergency Collection - Procalcitonin levels in COVID-19 patients
Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Αναζήτηση