Θεματικές ενότητες

Σιδηροπενική αναιμία

Με τον όρο σιδηροπενική αναιμία (Iron-deficiency anemia) εννοούμε την αναιμία που προκαλείται από την έλλειψη σιδήρου στον οργανισμό. Η σιδηροπενική αναιμία αποτελεί την πιο συχνή μορφή αναιμίας παγκοσμίως, ενώ συχνά δίνει την αφορμή για διάγνωση σοβαρών παθολογικών καταστάσεων.

Ερυθρά αιμοσφαίριαΗ επίπτωση της σιδηροπενικής αναιμίας στις ανεπτυγμένες περιοχές έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ παράλληλα σπανίζουν οι βαριές περιπτώσεις με την εντυπωσιακή συμπτωματολογία. Τα βρέφη και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας σπάνια σήμερα εμφανίζουν σιδηροπενική αναιμία και αυτό πιθανότατα οφείλεται στο εμπλουτισμό του γάλακτος και των δημητριακών με σίδηρο.

Παρόλα αυτά η σιδηροπενική αναιμία εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα την πιο συχνή μορφή αναιμίας. Η σιδηροπενία εμφανίζεται συχνότερα στα παιδιά, τους εφήβους, τους υπερηλίκους καθώς και τους ανήκοντες σε χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Αίτια σιδηροπενίας (έλλειψης σιδήρου):

Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να παρουσιασθεί με τρεις μηχανισμούς (πίνακας):

  1. Αυξημένες ανάγκες σιδήρου και ανεπαρκής πρόσληψη.
  2. Αυξημένες απώλειες σιδήρου.
  3. Ελαττωμένη απορρόφηση σιδήρου.

Η ποσότητα του σιδήρου που υπάρχει στον οργανισμό αντανακλά το ισοζύγιο ανάμεσα στις φυσιολογικές ανάγκες σε σίδηρο από τη μια και το ποσό του προσλαμβανομένου σιδήρου με την τροφή από την άλλη. Όταν οι ανάγκες ξεπερνούν τον προσφερόμενο σίδηρο δημιουργείται μια κατάσταση «φυσιολογικής» σιδηροπενίας.

Αίτια σιδηροπενίας
  • Ελαττωμένη πρόσληψη σιδήρου
    • Ανεπαρκής διαιτητική πρόσληψη
    • Μειωμένη απορρόφηση
      • Αχλωρυδρία
      • Γαστρεκτομή
      • Σύνδρομα δυσαπορρόφησης
  • Αυξημένη απώλεια σιδήρου
    • Αιμορραγίες πεπτικού
      • Αιμορροΐδες
      • Λήψη σαλικυλικών
      • Πεπτικό έλκος
      • Διαφραγματοκήλη
      • Εκκολπωμάτωση
      • Νεοπλάσματα
      • Ελκώδης κολίτιδα
      • Ελμινθιάσεις
      • Εκκόλπωμα Meckel
      • Σχιστοσωμίαση
      • Άγνωστη εντόπιση
    • Αυξημένη εμμηνορρυσία
    • Συχνή αιμοδοσία
    • Αιμοσφαιρινουρία
    • Ιδιοπαθής πνευμονική αιμοσιδήρωση
    • Κληρονομική αιμορραγική τηλεαγγειεκτασία
    • Διαταραχές αιμόστασης
    • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αιμοδιάλυση
  • Αυξημένες ανάγκες
    • Παιδική ηλικία
    • Εγκυμοσύνη
    • Γαλουχία

Αυτό συμβαίνει στις εξής περιπτώσεις:

  • Δίαιτα ανεπαρκής σε απορροφήσιμο σίδηρο.
  • Περίοδοι ταχείας ανάπτυξης.
  • Υπερβολική απώλεια αίματος με την έμμηνο ρύση.
  • Κύηση.
  • Έντονη σωματική άσκηση.
  • Χρόνια λήψη ασπιρίνης.
  • Τακτική αιμοδοσία.

Στις λοιπές περιπτώσεις η σιδηροπενία είναι το αποτέλεσμα μιας παθολογικής κατάστασης. Συχνά η αναιμία είναι το αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων όπως π.χ. μηνορραγίες και δίαιτα πτωχή σε σίδηρο κ.α.

Οι ημερήσιες ανάγκες του ανθρώπου σε σίδηρο είναι 5-10 mg για τον άνδρα και 7-20 mg για την γυναίκα ενώ η τυπική δυτική δίαιτα περιέχει γύρω στα 6mg /1000 θερμίδες. Για το λόγο αυτό σπανιότατα η εμφάνιση σιδηροπενικής αναιμίας σε άνδρες ή μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οφείλεται αποκλειστικά σε διαιτητικούς λόγους. Σχεδόν πάντα συνυπάρχει και άλλος παράγων και κυρίως απώλεια αίματος.

Η βασική πηγή σιδήρου για τον άνθρωπο είναι η ζωική τροφή, όπου ο σίδηρος προσφέρεται υπό τη μορφή της αίμης. Στη μορφή αυτή ο σίδηρος απορροφάται 5-10 φορές περισσότερο από το δισθενή (χωρίς αίμη) σίδηρο, η δε απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τα λοιπά συστατικά του γεύματος. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, στα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα αλλά και σε ομάδες πληθυσμού με ιδιαίτερες συνθήκες διαίτης (φυτοφάγοι κ.λπ.), όπου η δίαιτα είναι πτωχή σε κρέας συχνά παρατηρείται αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου.

Κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής, λόγω του τριπλασιασμού του σωματικού βάρους και του όγκου του αίματος, τις αυξημένες ανάγκες σιδήρου καλύπτει το μητρικό γάλα αντίθετα, το ξένο γάλα τις καλύπτει μόνο όταν είναι εμπλουτισμένο. Πάντως όλα τα παιδιά που τρέφονται αποκλειστικά με γάλα πέραν των 6 μηνών παρουσιάζουν αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου.

Από το δεύτερο χρόνο της ζωής και μέχρι τα 11 χρόνια οι ημερήσιες ανάγκες ανέρχονται σε 10-15 mg ημερησίως, ενώ στην εφηβεία το ποσόν αυξάνεται στα 18 mg ημερησίως. Σε αγόρια ηλικίας 11-14 ετών που έχουν ταχύ ρυθμό ανάπτυξης και έντονη σωματική δραστηριότητα και στα κορίτσια όπου εμφανίζεται η έμμηνος ρύση οι ανάγκες σε σίδηρο μπορεί να μην καλύπτονται μόνο με την καλή διατροφή, ακόμα και αν οι τροφές είναι εμπλουτισμένες σε σίδηρο.

Διάγνωση σιδηροπενικής αναιμίας:

Η διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας στην καθημερινή ιατρική πράξη βασίζεται στην εκτίμηση του αιματοκρίτη, της αιμοσφαιρίνης του σιδήρου και της φερριτίνης του πλάσματος. Η υποχρωμία και η μικροκυττάρωση είναι δύο παράμετροι που σχεδόν υποχρεωτικά συνοδεύουν τη σιδηροπενική αναιμία.

 

Εργαστηριακοί δείκτες
  Φυσιολογική κατάσταση Λανθάνουσα σιδηροπενία Σιδηροπενική αναιμία (πρώιμο στάδιο) Σιδηροπενική αναιμία (προχωρημένο στάδιο)
Αιματοκρίτης (%)

Άνδρες 42 - 52

Γυναίκες 37 - 47

Φυσιολογικός

Άνδρες <42 - 52

Γυναίκες <37 - 47

Άνδρες 42 - 52

Γυναίκες 37 - 47

Αιμοσφαιρίνη (Hb) (g/dl)

Άνδρες 14 - 18

Γυναίκες 12 - 16

Φυσιολογική

Άνδρες <14 - 18

Γυναίκες <12 - 16

Άνδρες 14 - 18

Γυναίκες 12 - 16

Σίδηρος ορού (μg/l)

Άνδρες 75 - 175

Γυναίκες 65 - 165

Μειωμένος Μειωμένος Μειωμένος
Φερριτίνη ορού (μg/l) 30 - 220 Μειωμένη <10 <10
Βαθμός κορεσμού τρανφερίνης (%) 35 - 45 30 <15 <10
Σιδηροδεσμευτική ικανότητα (TIBC) μg/dl 250 - 400 ≈400 >400 >410

Θεραπεία σιδηροπενικής αναιμίας:

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της σιδηροπενικής αναιμίας γίνεται με τη χορήγηση σιδήρου. Στόχος της θεραπείας της σιδηροπενικής αναιμίας είναι η διόρθωση της αναιμίας και η αναπλήρωση των αποθηκών σιδήρου. Η ποσότητα σιδήρου που θα χορηγηθεί πρέπει να υπολογίζεται κατάλληλα ώστε να μην υπερβαίνει την απαιτουμένη με αποτέλεσμα εναπόθεση του σιδήρου σε διαφορά όργανα με τη γνωστή τοξική επίδρασή του στα διάφορα ενζυμικά συστήματα.

Περιεκτικότητα τροφών σε σίδηρο
Τροφή mg/100g
Ψωμί ολικής αλέσεως 2.5
Ξερά φασόλια 8.5
Φακές 7.1
Ρεβίθια 6.7
Σαλιγκάρια 10.6
Μύδια 24
Στρείδια 6.5
Σπανάκι 4
Παντζάρι 3
Πατάτα 2.4
Συκώτι 8
Νεφρά 5.7
Γαλοπούλα 7.7
Αγριογούρουνο 2.2
Σοκολάτα 2.2
Κακάο 4.4

Ο σίδηρος χορηγείται είτε από το στόμα, είτε παρεντερικά. Η από του στόματος χορήγηση προτιμάται από την παρεντερική και συνήθως οι περισσότεροι ασθενείς την ανέχονται καλώς. Ο ρυθμός αποκατάστασης της σιδηροπενίας και της αναιμίας είναι ο ίδιος ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης του σιδήρου.

Κατά την θεραπευτική ανάταξη της σιδηροπενικής αναιμίας θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η πορεία των γεγονότων αποκατάστασης ακολουθεί αντίθετη ακριβώς πορεία από αυτή της εγκατάστασης.

Δηλαδή, στην εγκατάσταση της σιδηροπενικής αναιμίας πρώτα εξαντλούνται τα αποθέματα σιδήρου, στη συνέχεια ο σίδηρος και η φερριτίνη του πλάσματος και στη συνέχεια έχουμε την εμφάνιση των μειωμένων τιμών του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης.

Στην αποκατάσταση της αναιμίας έχουμε αρχικά και προοδευτικά αποκατάσταση του αιματοκρίτη και της αιμοσφαιρίνης, στη συνέχεια αποκατάσταση των επιπέδων του σιδήρου και της φερριτίνης του πλάσματος και τελευταία αποκατάσταση των αποθηκών σιδήρου.

Η γνώση αυτή είναι πολύ βασική διότι ένα από τα συνηθέστερα σφάλματα που γίνονται στην καθημερινή πράξη είναι η πρόωρη διακοπή της θεραπείας με σίδηρο, ευθύς μόλις αποκατασταθούν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτου.

Προς αποφυγή τέτοιων λαθών, καλό είναι να υπολογίζεται ευθύς εξ αρχής η συνολική ποσότητα σιδήρου που πρέπει να χορηγηθεί ώστενα ξέρουμε και για πόσο χρονικό διάστημα θα χορηγήσουμε σίδηρο.

Ένας πρακτικός και ασφαλής τρόπος υπολογισμού της ποσότητας σιδήρου που απαιτείται δίνεται από τον κατωτέρω τύπο:

Συνολική ποσότητα σιδήρου= {φυσιολογική αιμοσφαιρίνη (g) - ανευρεθείσα αιμοσφαιρίνη (g)} x 200 +500 mg*

*(τα 500 mg προστίθενται για την πλήρωση των αποθηκών)

Η συνολική ποσότητα στοιχειακού σιδήρου που θα προσδιορισθεί με τον ανωτέρω τύπο πρέπει να διαιρεθεί με την ημερήσια δόση που θα χορηγηθεί (η οποία εξαρτάται από το σκεύασμα που θα χορηγηθεί) για να υπολογιστεί η συνολική διάρκεια της θεραπείας.

Για τη επίρευξη της ταχείας αποκατάστασης των επιπέδων αιμοσφαρίνης και αιματοκρίτη στο αίμα, θα πρέπει να χορηγούνται οι μέγιστες συνιστώμενες δόσεις σιδήρου, άλλως η διάρκεια θεραπείας θα πρέπει να παρατείνετε για τόσο χρονικό διάστημα όσο χρειάζεται.

Ανεξάρτητα από το σκεύασμα το οποίο θα επιλεγεί για τη θεραπεία της σιδηροπενικής αναιμίας, αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι με πλήρη θεραπεία, η αποκατάσταση της αιμοσφαιρίνης θα γίνει μετά από δίμηνο συνεχή θεραπεία (άνοδος αιμοσφαιρίνης περί τα 0,2 g/dl ημερησίως), ενώ για την πλήρωση των αποθηκών συνήθως απαιτείται περαιτέρω αγωγή για 6-12 μήνες ή μέχρι η φερριτίνη του ορού να ανέλθει τα 50 mg/l που αντιστοιχούν σε 500 mg αποθηκευμένου σιδήρου στο μέσο ενήλικο.

Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας αρκετά σκευάσματα σιδήρου, εκ των οποίων τα άλατα θειικού σιδήρου, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρο στο παρελθόν, αλλά και σήμερα εξακολουθούν να συνταγογραφούνται σε αρκετές περιπτώσεις. Τα σκευάσματα αυτά πρέπει να χορηγούνται τουλάχιστον 2 φορές ημερησίως για να εξασφαλίζονται οι απαιτούμενες ημερήσιες δόσεις στοιχειακού σιδήρου, με την απορρόφηση του σιδήρου να είναι μεγίστη τις πρώτες 20 ημέρες και κατόπιν να μειώνεται σταδιακά.

Το πλεονέκτημα των σκευασμάτων αυτών, πέρα από την χαμηλή τους τιμή, είναι το ότι παρουσιάζουν καλή απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα και είναι αποτελεσματικά όταν λαμβάνονται στη σωστή δοσολογία. Χαρακτηριστικό μειονέκτημα των σκευασμάτων του θειικού σιδήρου είναι έντονες γαστρεντερικές διαταραχές που προκαλούν (ναυτία, έμετοι, επιγαστραλγία, κράμπες, μετεωρισμός και διάρροιες) γεγονός που οδηγεί σε πολύ κακή συμμόρφωση των ασθενών που μεταφράζεται είτε σε πρόωρη διακοπή της θεραπείας είτε σε μείωση της δοσολογίας τους είτε σε λήψη μετά το φαγητό οπότε μειώνεται σημαντικά η απορροφουμένη ποσότητα.

Στα παιδιά παιδιά επίσης η χορήγηση θειικού σιδήρου ενέχει τον κίνδυνο χρώσης των δοντιών. Η τοξικότητα των αλάτων θειικού σιδήρου είναι αρκετά μεγάλη σε βαθμό που να αποτελεί μια από τις συχνότερες αιτίες δηλητηριάσεων στην παιδική ηλικία.Θεραπεία της σιδηροπενικής αναιμίαςΣυνολική ημερήσια συνιστώμενη δόση σιδήρου για την θεραπεία της σιδηροπενικής αναιμίας και οι ανάλογες δοσολογίες διαφόρων σκευασμάτων

Τα εντεροδιαλυτά σκευάσματα βραδείας αποδέσμευσης που απελευθερώνουν τον σίδηρο μετά το δωδεκαδάκτυλο έχουν λιγότερες παρενέργειες από το πεπτικό, αλλά και μικρότερη βιοδιαθεσιμότητα.

Προκειμένου να βελτιωθεί η απορρόφηση από το δωδεκαδάκτυλο χωρίς να ερεθίζεται ο στόμαχος έχει χρησιμοποιηθεί σκεύασμα πρωτεϊνοηλεκτρικού σιδήρου με καλά αποτελέσματα. Ο πρωτεϊνοηλεκτρικός σίδηρος γίνεται καλύτερα ανεκτός σε σχέση με τα άλατα θειικού σιδήρου, έχει όμως το μειονέκτημα ότι κυκλοφορεί μόνο υπό μορφή ποσίμων φιαλιδίων και σκόνης γεγονός που τον καθιστά δύσχρηστο ιδιαίτερα όταν το άτομο δεν βρίσκεται σπίτι του. Επί πλέον, πρόσθετο σημαντικό μειονέκτημα είναι η μικρή ποσότητα στοιχειακού σιδήρου που περιέχεται ανά φιαλίδιο (μόλις 40 mg). Το γεγονός αυτό επιβάλλει τη λήψη τουλάχιστον 5 φιαλιδίων για να επιτευχθεί η συνιστώμενη από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ημερήσια λήψη των 200mg στοιχειακού σιδήρου για την αντιμετώπιση εγκατασταθείσας σιδηροπενικής αναιμίας, άλλως οδηγούμεθα σε υποδοσολογία με συνέπεια μειωμένη αποτελεσματικότητα.

Ένα επίσης σημαντικό μειονέκτημα του πρωτεϊνοηλεκτρικού σιδήρου, καθώς και των θειικών αλάτων σιδήρου είναι η προαγωγή του οξειδωτικού stress στον οργανισμό μας και η δημιουργία ελευθέρων τοξικών ριζών. Η σημασία της ανεπιθύμητης αυτής ενέργειας γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη από τη στιγμή που συνεχώς διευκρινίζεται ο καταστροφικός ρόλος των ελευθέρων ριζών στην πρόκληση σημαντικών βλαβών στον οργανισμό μας.

Το κόστος θεραπείας με πρωτεϊνοηλεκτρικό σίδηρο είναι ένα άλλο σημαντικό μειονέκτημα που καθιστά συχνά απαγορευτική τη χρήση του αφού αυτό είναι 5 φορές μεγαλύτερο απ' ότι του πολυμαλτοζικού σιδήρου και 11 φορές μεγαλύτερο σε σχέση με του θειικού σιδήρου.

Ο πολυμαλτοζικός σίδηρος από χημικής άποψης προσομοιάζει κατασκευαστικά με το μόριο της φυσικής φερριτίνης και φαίνεται να συγκεντρώνει τα περισσότερα πλεονεκτήματα για να θεωρηθεί σαν η ιδανική θεραπεία για τη σιδηροπενική αναιμία. Ο πολυμαλτοζικός σίδηρος είναι το μοναδικό σκεύασμα που διαθέτει όλες σχεδόν τις φαρμακολογικές μορφές (ενδοφλέβιες και ενδομυϊκές ενέσεις, δισκία, πόσιμα φιαλίδια, σιρόπι και σταγόνες, ενώ παράλληλα φέρεται και σαν έτοιμος συνδυασμός σιδήρου και φυλλικού οξέος για την πρόληψη και αντιμετώπιση της αναιμίας της κυήσεως).

Η απορρόφηση και η αποτελεσματικότητα του πολυμαλτοζικού σιδήρου είναι παρόμοια με αυτή των σκευασμάτων θειικού σιδήρου χωρίς να παρουσιάζει τα προβλήματα δυσανεξίας που παρουσιάζουν τα σκευάσματα αυτά. Είναι το μοναδικό σκεύασμα του οποίου η απορρόφηση όχι μόνο δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής αλλά αντίθετα συνιστάται να λαμβάνεται μετά το γεύμα, διότι έχουμε καλύτερη απορρόφηση του σιδήρου και παράλληλα είναι το μόνο σκεύασμα που σε ένα δισκίο του ή μία πόσιμη αμπούλα του περιέχονται 100 mg στοιχειακού σιδήρου. Αξίζει επίσης να τονισθεί ότι ο πολυμαλτοζικός σίδηρος είναι το μόνο σκεύασμα σιδήρου που δεν αποδίδει στο περιβάλλον ιονισμένο σίδηρο, με αποτέλεσμα να μην παράγονται ελεύθερες ρίζες οξυγόνου.

Ο πολυμαλτοζικός σίδηρος που έχει κατά 5 φορές μικρότερο κόστος θεραπείας από τον πρωτεϊνοηλεκτρικό σίδηρο αποτελεί την ασφαλέστερη μορφή σιδήρου αφού η τιµή τοξικότητας LD50 ξεπερνάει τα 2.000 mg/Kg βάρους σώματος ενώ το αντίστοιχο LD50 του πρωτεϊνοηλεκτρικού σιδήρου είναι 200 mg/Kg βάρους σώματος και του θειικού σιδήρου 230 mg/Kg βάρους σώματος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην έχουν περιγραφεί μέχρι σήμερα περιπτώσεις δηλητηριάσεως με πολυμαλτοζικό σίδηρο.

Αναζήτηση