Η ερυθρά (Rubella - German measles) γνωστή παλαιότερα και σαν γερμανική ιλαρά είναι μια οξεία ιογενής λοίμωξη των παιδιών και των ενηλίκων που χαρακτηριστικά περιλαμβάνει πυρετό, εξάνθημα, λεμφαδενοπάθεια και ένα ευρύ φάσμα άλλων πιθανών εκδηλώσεων.

Μεγάλο ποσοστό των λοιμώξεων από τον ιό της ερυθράς σε ενήλικες και παιδιά είναι υποκλινικές (χωρίς ή με ελάχιστα συμπτώματα νόσος), μοιάζουν με ήπια προσβολή ιλαράς και μπορούν να προκαλέσουν ειδικά σε ενήλικες αρθρίτιδα.

Η σημασία της ερυθράς στην δημόσια υγεία είναι μεγάλη, διότι εάν συμβεί κατά τους πρώτους μήνες της κυήσεως, μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη του κυήματος, ενδομήτριο θάνατο και αποβολή, ή γέννηση με ποικίλου φάσματος διαμαρτίες (σύνδρομο συγγενούς ερυθράς), όπως κώφωση, καταρράκτη ή και νοητική καθυστέρηση.

Αιτιολογικός παράγοντας:

Ο ιός της ερθράς (σχηματική παράσταση)Η ερυθρά προκαλείται από τον ιό της ερυθράς (rubella virus) που ανήκει στους τογκαϊούς και είναι το μοναδικό μέλος του γένους Rubivirus (ερυθροϊός). Τα ιικά σωμάτια σχηματίζονται από ένα εσωτερικό εικοσαεδρικό καψίδιο από RNA και από πρωτεΐνη περιβαλλόμενη από λιπιδικό περίβλημα με γλυκοπρωτεϊνικές προεκβολές (Ε1 και Ε2) και διάμετρο περίπου 60nm (σχηματική παράσταση). Ο ιός απομονώνεται στο ρινοφαρυγγικό έκκριμα, στο αίμα, στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ), στα ούρα και τα κόπρανα ατόμων με ασυμπτωματική λοίμωξη ή νόσο.

Επιδημιολογία:

Η ερυθρά στην προ εμβολίου εποχή ήταν αρκετά συχνή κυρίως την άνοιξη οπότε και προσέβαλλε παιδιά της σχολικής ηλικίας και κάθε έξι με εννέα χρόνια εμφανιζόταν μεγάλες επιδημίες.

Μολονότι από το 1969 κυκλοφόρησε το εμβόλιο με ζωντανό εξασθενημένο ιό ερυθράς και δεν υπήρξαν άλλες επιδημίες, έχουν αναφερθεί περιορισμένες εξάρσεις σε χώρους όπου ευπαθή άτομα έρχονται σε στενή επαφή μεταξύ τους (πχ σχολεία).

Στην Ελλάδα σύμφωνα με το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ σημειώθηκε επιδημία ερυθράς το 1993. Την χρονιά αυτή δηλώθηκαν 25 περιπτώσεις συγγενούς ερυθράς. Μικρότερης έκτασης επιδημία ερυθράς εκδηλώθηκε το 1999 κατά την οποία δηλώθηκαν 1438 κρούσματα ερυθράς και 4 περιπτώσεις συγγενούς ερυθράς. Έκτοτε και μέχρι σήμερα έχουν δηλωθεί ελάχιστα κρούσματα, χωρίς όμως να έχουν επιβεβαιωθεί εργαστηριακά.

Η περίοδος επώασης της νόσου (ο χρόνος μεταξύ έκθεσης στο ιό και εμφάνισης συμπτωμάτων της νόσου) είναι περίπου 18 ημέρες με εύρος από 12-23 ημέρες. Ο ιός μεταδίδεται με τα σταγονίδια των αναπνευστικών εκκρίσεων, εισβάλει από την αναπνευστική οδό και από εκεί εισέρχεται στο αίμα. Η μετάδοση του ιού από τον ασθενή γίνεται από την πρόδρομη φάση της νόσου και συνεχίζεται επί μια εβδομάδα μετά την έναρξη των συμπτωμάτων (μία εβδομάδα πριν ως 5-7 ημέρες μετά την εμφάνιση του εξανθήματος) σε αντίθεση με τα βρέφη με συγγενή ερυθρά που μπορούν να αποβάλλουν και να μεταδίδουν τη λοίμωξη σε επίνοσα άτομα, από την αναπνευστική οδό και τα ούρα έως την ηλικία των 2 ετών.

Μετά από μια προσβολή ερυθράς αναπτύσσονται ειδικά αντισώματα και κυτταρική ανοσία που είναι πιθανόν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία από μελλοντική νόσηση.

Το εξάνθημα της ερυθράς, σαν αυτό της ιλαράς, προκαλείται με ανοσιακό μηχανισμό και η έναρξή του συμπίπτει με την ανάπτυξη των ειδικών αντισωμάτων. Η ιαιμία (είσοδος του ιού στο αίμα) είναι πιθανόν να εμφανιστεί περίπου 1 εβδομάδα πριν και να τερματιστεί λίγες ημέρες μετά την έναρξη του εξανθήματος.

Κλινικές εκδηλώσεις:

Συγγενής ερυθρά: Η προσβολή της μητέρας στα πρώτα στάδια της κύησης μπορεί να μεταδοθεί στο έμβρυο με αποτέλεσμα τη συγγενή ερυθρά, τα κλασικά σημεία της οποίας είναι καταρράκτης, καρδιοπάθεια, κώφωση και πλειάδα άλλων ανωμαλιών (πίνακας). Η προσβολή της μητέρας στο πρώτο τρίμηνο της κύησης μεταδίδεται στο έμβρυο στις μισές περίπου περιπτώσεις, ενώ όταν η μητέρα προσβληθεί στην αρχή του δεύτερου τριμήνου η λοίμωξη του κυήματος παρατηρείται στο ένα τρίτο περίπου των περιπτώσεων. Οι διαμαρτίες του εμβρύου τείνουν επίσης να είναι περισσότερες και σοβαρότερες όσο πιο νωρίς μεταδίδεται στο έμβρυο η λοίμωξη.

 

Κλινικά προβλήματα που συνοδεύουν το σύνδρομο της συγγενούς ερυθράς
Παροδικά σημεία/συμπτώματα (μόνο κατά τη γέννηση) Mόνιμα σημεία/συμπτώματα (κατά την ανάπτυξη)
Οστικές ανωμαλίες Αυτισμός
Θάμβωση κερατοειδούς Διαταραχές συμπεριφοράς
Αιμολυτική αναιμία Συγγενείς μυοκαρδιοπάθειες (ανοικτός αρτηριακός πόρος, στένωση πνευμονικής αρτηρίας)
Ηπατίτιδα Κρυψορχία
Ηπατοσπληνομεγαλία Κώφωση (αποτελεί τη συχνότερη και συχνά τη μόνη εκδήλωση της συγγενούς ερυθράς)
Ίκτερος Εκφυλιστικές εγκεφαλοπάθειες
Χαμηλό βάρος κατά τη γέννηση Σακχαρώδης διαβήτης (εμφανίζεται συχνά αργότερα στην παιδική ηλικία)
Λεμφαδενοπάθεια Γλαύκωμα
Μηνιγγοεγκεφαλίτιδα Βουβωνοκήλη
Ιογενής πνευμονία ερυθράς Διανοητική υστέρηση
Θρομβοπενική πορφύρα Μικροκεφαλία
  Μυωπία
  Πρόωρη εφηβεία
  Αμφιβληστροειδοπάθεια
  Σπασμοί
  Σπαστική παραπληγία
  Θυρεοειδοπάθεια
Πηγή: Harrison's Principles of Internal Medicine (17 έκδοση)

 

Οι εκδηλώσεις του συνδρόμου της συγγενούς ερυθράς μπορεί να καθυστερήσουν να εκδηλωθούν κατά 2-4 χρόνια. Η θνητότητα τους πρώτους 18 μήνες ζωής ανέρχεται σε 13%.

Επίκτητη (μεταγεννητική) ερυθρά: Η προσβολή του βρέφους από τον ιό της ερυθράς μετά τη γέννηση συνήθως προκαλεί νόσο εξαιρετικά ήπια ή υποκλινική. Οι ενήλικες ενδέχεται να εμφανίσουν σοβαρότερη νόσο και σύντομη πρόδρομη φάση με αίσθημα κακουχίας, πυρετό και ανορεξία.

Το εξάνθημα της ερυθράςΤο εξάνθημα της ερυθράςΣτα παιδιά τα πρόδρομα συμπτώματα είναι σπάνια και η πρώτη εκδήλωση είναι το εξάνθημα. Στους ενήλικες το πρόδρομο στάδιο περιλαμβάνει καταβολή, πυρετό, ανορεξία και συμπτώματα από το ανώτερο αναπνευστικό. Η κύρια νόσος αρχίζει με γενικευμένη επώδυνη λεμφαδενοπάθεια, συνήθως οπισθοωτιαίων, αυχενικών και υπινιακών λεμφαδένων, η οποία εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από το εξάνθημα και διαρκεί αρκετές εβδομάδες. Το εμφανιζόμενο εξάνθημα που είναι ροδαλό, κηλιδώδες ή κηλιδοβλατιδώδες, αραιό κατά κανόνα, δεν συρρέει και δεν προκαλεί έντονο κνησμό, αρχίζει συχνά από το πρόσωπο και εξαπλώνεται προς τα κάτω στο σώμα και μερικές φορές συνοδεύεται από ήπια κόρυζα και επιπεφυκίτιδα, διαρκεί γενικά 3-5 ημέρες και εξαφανίζεται με τη σειρά εμφάνισής του.

Είναι πιθανόν να εμφανιστεί πετεχειώδες ενάνθημα στη μαλακή υπερώα, οι κηλίδες Forscheimer, αλλά αυτό δεν είναι ειδικό για την ερυθρά. Ο πυρετός ενδέχεται να απουσιάζει τελείως ή να εμφανιστεί μόνο επί μερικές ημέρες στην πρώιμη φάση της νόσου.

Οι επιπλοκές της επίκτητης ερυθράς είναι σπάνιες. Μια επιπλοκή που πλήττει σχεδόν αποκλειστικά τις γυναίκες και είναι η αρθρίτιδα που προσβάλλει συχνότερα τα δάκτυλα, τους καρπούς ή/και τα γόνατα και αναπτύσσεται μόλις εμφανιστεί το εξάνθημα και η ύφεσή της μπορεί να επέλθει μετά από αρκετές εβδομάδες.

Μια άλλη επιπλοκή της επίκτητης ερυθράς είναι η αιμορραγία που οφείλεται τόσο στη θρομβοπενία όσο και στη βλάβη των αγγείων και μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες ή μήνες και μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες εάν συμβεί μέσα σε όργανα όπως ο οφθαλμός ή ο εγκέφαλος.

Η εγκεφαλίτιδα μετά την ερυθρά τόσο στους ενήλικες (συχνότερα) όσο και στα παιδιά είναι μια επιπλέον επιπλοκή της ερυθράς. Μια πιό σπάνια επιπλοκή είναι η ήπια ηπατίτιδα. Οι ασθενείς με ανοσοκαταστολή δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο από την ερυθρά όπως συμβαίνει με την ιλαρά.

Διάγνωση:

Πολλά ιογενή νοσήματα παρουσιάζουν εξάνθημα που μιμείται αυτό της ερυθράς γι’ αυτό αξιόπιστη απόδειξη λοίμωξης από ερυθρά είναι η παρουσία ειδικών IgM για ερυθρά αντισωμάτων, η αύξηση των IgG αντισωμάτων και η απομόνωση του ιού της ερυθράς σε καλλιέργεια ή ανίχνευση του ιού με PCR.

Ο ιός της ερυθράς απομονώνεται σε εκκρίσεις του ασθενούς (ρινικές εκκρίσεις, αίμα, ούρα, ΕΝΥ) με καλλιέργεια (δεν χρησιμοποιείται σαν εξέταση ρουτίνας γιατί απαιτεί εξειδικευμένα εργαστήρια) ή ανίχνευση του RNA του ιού με PCR ή αντιγόνου του. Ο ιός μπορεί να απομονωθεί από το φάρυγγα 1 εβδομάδα πριν ως 2 εβδομάδες μετά την εμφάνιση του εξανθήματος.

Οι ορολογικές δοκιμασίες είναι η συχνότερη μέθοδος για την εργαστηριακή επιβεβαίωση της ερυθράς κυρίως με τη μέθοδο ELISA. Η συλλογή του ορού για τις ορολογικές αντιδράσεις θα πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα (εντός 7-10 ημερών από την έναρξη της ερυθράς) και να επαναλαμβάνεται 14-21 ημέρες αργότερα. Η ανίχνευση ειδικού IgM αντισώματος μόνου ή σε συνδυασμό με ειδικό IgG αντίσωμα είναι αποδεικτική πρόσφατης νόσου. Σημαντική αύξηση του τίτλου αντισωμάτων μεταξύ οξείας φάσεως και φάσεως ανάρρωσης είναι ενδεικτικός πρόσφατης επίκτητης λοίμωξης ή συγγενούς ερυθράς στο νεογέννητο αν και μπορεί να υπάρξουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Αν ανιχνεύονται μόνο IgG αντισώματα στη διαφορική διάγνωση μεταξύ παλιάς και πρόσφατης λοίμωξης βοηθά ο προσδιορισμός της δεσμευτικής ικανότητας των ειδικών IgG αντισωμάτων με αντιγόνο του ιού της ερυθράς. Αν τα IgG αντισώματα έχουν χαμηλή δεσμευτική ικανότητα αυτό συνηγορεί υπέρ πρόσφατης λοίμωξης.

Η διάγνωση του συνδρόμου της συγγενούς ερυθράς στηρίζεται στο ιστορικό νόσησης της μητέρας ή επαφής με πάσχοντα από ερυθρά κατά τους πρώτους μήνες της κύησης. Εργαστηριακά επιβεβαιώνεται με απομόνωση του ιού από το ρινοφάρυγγα, το αίμα, τα ούρα, το ΕΝΥ κλπ, ανίχνευση ειδικών IgM και IgG αντισωμάτων στον ορό του αίματος και παρακολούθηση της πορείας του τίτλου τους και ανίχνευση του RNA του ιού στο ίδιο το έμβρυο με PCR. Επίσης διάγνωση της νόσου γίνεται με απομόνωση του RNA ή αντιγόνου του ιού από αμνιακό υγρό ή τροφοβλάστη καθώς και με ανίχνευση των ειδικών IgM αντισωμάτων στο αίμα εμβρύου μετά την 23η–24η εβδομάδα. Η ορολογική επιβεβαίωση νόσησης της μητέρας κατά τη διάρκεια της κύησης θέλει προσοχή. Σε ορισμένες περιπτώσεις στην κύηση μπορεί να υπάρχουν ψευδώς θετικά IgM αντισώματα οπότε η ανεύρεση τους πρέπει να συνεκτιμάται με τη σημαντική αύξηση του τίτλου των IgG αντισωμάτων ιδιαίτερα αν η μητέρα δεν έχει σαφή συμπτώματα ή δεν υπάρχει επιδημία ερυθράς. Διακοπή της κύησης γίνεται μόνο όταν έχει τεκμηριωθεί η διάγνωση της λοίμωξης στο ίδιο το έμβρυο. Η διάγνωση του συνδρόμου της συγγενούς ερυθράς σε παιδιά άνω του έτους είναι δύσκολη γιατί οι ορολογικές δοκιμασίες δεν είναι διαγνωστικές και η απομόνωση του ιού που επιβεβαιώνει τη διάγνωση είναι δυνατή σε μικρή αναλογία παιδιών σε αυτή την ηλικία.

Θεραπεία:

Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την ερυθρά. Κάποτε χορηγούσαν ανοσοσφαιρίνη σε μια προσπάθεια πρόληψης της συγγενούς ερυθράς, όταν προσβάλλονταν έγκυες γυναίκες. Ωστόσο, η αγωγή αυτή εγκαταλείφθηκε, επειδή η χορήγηση άνοσης σφαιρίνης δεν αποτρέπει την ιαιμία της μητέρας. Για τον πυρετό, την αρθραλγία και την αρθρίτιδα χορηγείται συμπτωματική θεραπεία.

Ευαισθησία:

Η ανοσία μετά φυσική λοίμωξη είναι ισόβια ενώ μετά εμβολιασμό είναι μακρόχρονη, ενδεχομένως ισόβια. Παιδιά που γεννήθηκαν από άνοσες μητέρες συνήθως προστατεύονται από λοίμωξη τους πρώτους 6-9 μήνες ζωής ανάλογα με το ποσό των μητρικών αντισωμάτων που αποκτήθηκαν διαπλακουντιακά.

Προληπτικά μέτρα:

Η πρόληψη της ερυθράς γίνεται με την χορήγηση του εμβολίου της ερυθράς που περιέχει το εξασθενημένο στέλεχος RA 27/3 του ιού της ερυθράς που καλλιεργείται σε ανθρώπινα διπλοειδή κύτταρα και γίνεται υποδόρια. Κυκλοφορεί στην Ελλάδα ως τριδύναμο, με ιλαρά και παρωτίτιδα (M-M-R Vax Pro® ή Priorix®) και ως τετραδύναμο, με ιλαρά, παρωτίτιδα και ανεμευλογιά (Priorix-Tetra®) εμβόλιο.

Κλινικοί έλεγχοι έχουν αποδείξει ότι 95% των εμβολιασμένων ηλικίας μεγαλύτερης των 12 μηνών αναπτύσσουν ορολογική απόδειξη ανοσίας στην ερυθρά μετά την 1η δόση του εμβολίου. Περισσότεροι από 90% των εμβολιασμένων είναι προφυλαγμένοι από κλινική λοίμωξη από ερυθρά και ιαιμία για τουλάχιστον 15 χρόνια. Υπάρχουν αρκετές αναφορές που δείχνουν ότι μπορεί να υπάρξει επαναλοίμωξη εμβολιασμένων ατόμων μετά από έκθεση στον ιό λόγω χαμηλής στάθμης ανιχνευόμενων αντισωμάτων, ωστόσο το φαινόμενο είναι ασύνηθες. Υπάρχουν επίσης σπάνιες περιπτώσεις συνδρόμου συγγενούς ερυθράς παρά το γεγονός ότι η μητέρα είχε αποδεδειγμένη ορολογική ανοσία στην ερυθρά πριν την εγκυμοσύνη.

Το εμβόλιο χορηγείται σε δυο δόσεις σε ηλικία 12-15 μηνών και 4-6 ετών. Όσα παιδιά δεν εμβολιάσθηκαν στην ηλικία των 4-6 ετών πρέπει να εμβολιάζονται με την πρώτη ευκαιρία. Κύριος στόχος του εμβολίου είναι να αποφευχθεί η λοίμωξη των εγκύων από ερυθρά που ευθύνεται για αποβολές, γέννηση θνησιγενών και νεογνών με το σύνδρομο της συγγενούς ερυθράς. Έτσι στόχος της προαναφερθείσας πολιτικής εμβολιασμού είναι ο περιορισμός των περιπτώσεων ερυθράς στην προσχολική και σχολική ηλικία διότι αυτές οι ηλικιακές ομάδες είναι κυρίως υπεύθυνες για τη μετάδοση της νόσου στις επίνοσες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Έμφαση πρέπει να δίνεται στον εμβολιασμό επίνοσων ανδρών και γυναικών μετά την εφηβεία ειδικώς μαθητών Λυκείου, φοιτητών, εργαζομένων σε επαγγέλματα υγείας. Η χρονολογία γέννησης πριν το 1957 (στις ΗΠΑ) δεν αποτελεί ικανοποιητικό κριτήριο για ανοσία στην ερυθρά και η κλινική διάγνωση της λοίμωξης δεν είναι αξιόπιστη και δεν θεωρείται αποδεικτικό στοιχείο ανοσίας. Για τους λόγους αυτούς συνιστώνται τα εξής:

  • Γυναίκες μετά την εφηβεία χωρίς αποδεδειγμένη ανοσία στην ερυθρά πρέπει να εμβολιάζονται με το MMR και να προειδοποιούνται να μη μείνουν έγκυες για 1 μήνα από τον εμβολιασμό
  • Οι γυναικολόγοι πρέπει να κάνουν έλεγχο ρουτίνας της ανοσίας έναντι της ερυθράς κατά την κύηση και στις επίνοσες να χορηγείται MMR πριν την έξοδο από το μαιευτήριο. Οι παιδίατροι να κάνουν τον καθιερωμένο έλεγχο των βρεφών και των μητέρων τους και να συστήνουν εμβολιασμό αν είναι επίνοσες.
  • Προηγηθείσα ή ταυτόχρονη χορήγηση γ-σφαιρίνης ή παραγώγων αίματος με τον εμβολιασμό αποτελεί ένδειξη επανεμβολιασμού
  • Ο θηλασμός δεν αποτελεί αντένδειξη για εμβολιασμό της μητέρας παρόλο που ο ιός του εμβολίου έχει μεταδοθεί σε βρέφη που θήλαζαν χωρίς να προκαλέσει νόσο
  • Επίνοσα άτομα που εργάζονται στο χώρο της υγείας πρέπει να εμβολιάζονται με στόχο την προστασία των εγκύων.
  • Στην Ελλάδα το εμβόλιο της ερυθράς εντάχθηκε στο πρόγραμμα υποχρεωτικών εμβολιασμών το 1989 σε συνδυασμό με το εμβόλιο ιλαράς και παρωτίτιδας (MMR). Το 1991 καθιερώθηκε η 2η δόση MMR σε ηλικία 11-12 ετών και από το 1999 αυτή γίνεται σε ηλικία 4-6 ετών.
  • Η χορήγηση του εμβολίου με ζώντες εξασθενημένους ιούς αντενδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:
    • Σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή. Η HIV λοίμωξη δεν αποτελεί απόλυτη αντένδειξη.
    • Σε επίνοσες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να δίνονται σαφείς οδηγίες να αποφύγουν την εγκυμοσύνη για τουλάχιστον ένα μήνα μετά τον εμβολιασμό τους με εμβόλιο MMR για τον θεωρητικό κίνδυνο πρόκλησης βλάβης στο έμβρυο.
    • Σε άτομα που παρουσίασαν αντίδραση υπερευαισθησίας σε προηγούμενη δόση του εμβολίου, στη ζελατίνη ή στη νεομυκίνη. Η αλλεργία στο αυγό δεν αποτελεί αντένδειξη.
  • Το εμβόλιο θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 14 ημέρες πριν τη χορήγηση γ-σφαιρίνης ή μετάγγισης αίματος ή 3 μήνες μετά. Ο προηγούμενος στόχος για την Ευρωπαϊκή ζώνη του ΠΟΥ που ήταν η εξάλειψη της ερυθράς και η πρόληψη του συνδρόμου της συγγενούς ερυθράς ως το 2010 (<1 περίπτωση ανά 100.000 γεννήσεις ζώντων νεογνών) δεν επετεύχθη και μετά την αναθεώρησή του μεταφέρθηκε για το 2015.

Έλεγχος επαφών, κρουσμάτων, στενού περιβάλλοντος:

  • Δήλωση του κρούσματος στις αρμόδιες υγειονομικές αρχές: Στις χώρες που έχουν σα στόχο την εκρίζωση της ερυθράς όλα τα κρούσματα πρέπει να δηλώνονται. Σε πολλές χώρες η δήλωση είναι υποχρεωτική. Η δήλωση καλό είναι να γίνεται όσο το δυνατό νωρίτερα μετά τη διάγνωση ώστε να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα.
  • Απομόνωση: Απομάκρυνση των παιδιών από το σχολείο και των ενηλίκων από τη δουλειά για 7 ημέρες μετά την εμφάνιση του εξανθήματος. Σε νοσοκομεία οι ασθενείς που είναι ύποπτοι για ερυθρά πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή και να λαμβάνονται όλες οι απαραίτητες προφυλάξεις για την αποφυγή έκθεσης ιδίως των επίνοσων εγκύων γυναικών. Επειδή τα βρέφη με σύνδρομο συγγενούς ερυθράς αποβάλλουν τον ιό για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να θεωρούνται μολυσματικά ως τουλάχιστον την ηλικία του 1 έτους, εκτός αν οι ρινοφαρυγγικές εκκρίσεις και οι καλλιέργειες ούρων μετά την ηλικία των 3 μηνών είναι αρνητικές σε επανειλημμένους ελέγχους. Τα άτομα που έρχονται σε επαφή με αυτά τα βρέφη θα πρέπει να είναι άνοσα στην ερυθρά και να αποφεύγεται η επαφή με έγκυες γυναίκες. Ομοίως προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται όταν βρέφη <12 μηνών με σύνδρομο της συγγενούς ερυθράς νοσηλεύονται στο νοσοκομείο μέχρι οι φαρυγγικές τους εκκρίσεις και τα ούρα να αποστειρωθούν.
  • Ταυτόχρονη απολύμανση δεν εφαρμόζεται.
  • Καραντίνα: Δεν εφαρμόζεται.
  • Ανοσοποίηση των επαφών δεν προλαμβάνει απαραίτητα τη λοίμωξη ή τη νόσο. Παθητική ανοσοποίηση με ανοσοσφαιρίνη δεν ενδείκνυται. Επίσης παθητική ανοσοποίηση σε εγκύους δε συνιστάται αφού δεν προλαμβάνει την ιαιμία και συνεπώς τη συγγενή ερυθρά. Χορηγείται μόνο αν η έγκυος είναι επίνοση και έχει η ίδια αποφασίσει να μη διακόψει την κύηση.
  • Διερεύνηση των επαφών και της πηγής μόλυνσης: Ταυτοποίηση των εγκύων ειδικά αυτών που είναι στο 1ο τρίμηνο της κύησης. Οι έγκυες πρέπει να ελέγχονται ορολογικά με IgM αντισώματα για πρώιμη λοίμωξη και να δίνονται οι κατάλληλες οδηγίες.

Πηγή:

Προτείνετε αυτό το άρθρο

Προτείνετέ το στο DeliciousΠροτείνετέ το στο FacebookΠροτείνετέ το στο Google PlusΠροτείνετέ το στο TwitterΠροτείνετέ το στο LinkedIn

Translate

sqenfrdeitptrorues

Παπαθανασίου Αναστάσιος - Ειδικός Παθολόγος
Κοραή 4, 454 44 Ιωάννινα

Η ιστοσελίδα IoanninaMed.gr ελέγχθηκε από την Norton Internet Security Η ιστοσελίδα IoanninaMed.gr ελέγχθηκε από την McAffe Internet Security