Εμβόλιο Arexvy®

Εμβόλιο κατά του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (RSV)

Το εμβόλιο (Arexvy®) κατά του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού (RSV - Respiratory Syncytial Virus) ενδείκνυται για την ενεργητική ανοσοποίηση για την πρόληψη της νόσου του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος (LRTD) που προκαλείται από τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό σε ενήλικες ηλικίας 60 ετών και άνω.

Το εμβόλιο συνδυάζοντας το ειδικό για τον RSV αντιγόνο, (ανασυνδυασμένη γλυκοπρωτεΐνη F του αναπνευστικού συγκυτιακού ιού σταθεροποιημένη στη μορφή προ της σύντηξης=RSVPreF3 που παράγεται μέσω τεχνολογίας ανασυνδυασμένου DNA) με ένα ανοσοενισχυτικό σύστημα (AS01E), σχεδιάστηκε για να ενισχύει την ειδική για το αντιγόνο κυτταρική ανοσοαπόκριση και να εξουδετερώνει την απόκριση αντισωμάτων σε άτομα με προϋπάρχουσα ανοσία κατά του RSV. Το ανοσοενισχυτικό AS01E διευκολύνει την επιστράτευση και ενεργοποίηση των αντιγονοπαρουσιαστικών κυττάρων που μεταφέρουν τα προερχόμενα από το εμβόλιο αντιγόνα στον λεμφαδένα παροχέτευσης, που με τη σειρά τους οδηγούν στην παραγωγή CD4+ T κυττάρων ειδικών για την RSVPreF3.

Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) είναι ένας κοινός ιός του αναπνευστικού που προκαλεί ήπια συμπτώματα κρυολογήματος. Τα άτομα που προσβάλλονται από RSV συνήθως αναρρώνουν σε περίπου μία εβδομάδα χωρίς να χρειάζονται ιατρική θεραπεία. Ωστόσο, σε πρόωρα βρέφη και παιδιά ηλικίας κάτω των έξι μηνών, άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών και άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή με υποκείμενα νοσήματα, όπως διαβήτη, καρδιοπάθεια και πνευμονοπάθεια, ο ιός RSV μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσο και θάνατο.

Στην ΕΕ, τη Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο ιός RSV είναι υπεύθυνος για τη νοσηλεία περίπου 213.000 παιδιών κάτω των πέντε ετών -ορισμένα από τα οποία χρειάζονται νοσηλεία σε μονάδα εντατικής θεραπείας- και περίπου 158.000 ενηλίκων κάθε χρόνο. Ένας στους είκοσι ηλικιωμένους στην Ευρώπη προσβάλλεται από RSV κάθε χρόνο.

Ο RSV επηρεάζει διάφορες ηλικιακές ομάδες με διαφορετικό τρόπο, αλλά τα συνηθέστερα συμπτώματα της νόσου που εμφανίζονται συνήθως δύο έως οκτώ ημέρες μετά τη μόλυνση είναι:

Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV)
  • Βήχας.
  • Φτέρνισμα.
  • Πυρετός
  • Ρινική καταρροή.
  • Συριγμός..

Τα βρέφη που προσβάλλονται από τον ιό RSV μπορεί να εμφανίσουν διάφορα συμπτώματα όπως:

  • Ευερεθιστότητα.
  • Μείωση της όρεξης.
  • Αλλαγές στον τρόπο αναπνοής τους.
  • Άπνοια (προσωρινή παύση της αναπνοής, ιδίως κατά τη διάρκεια του ύπνου).

Σε παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών, ο ιός RSV μπορεί επίσης να προκαλέσει:

  • Ταχύπνοια.
  • Δυσκολία στην κατάποση.
  • Σήψη.

Οι ενήλικες με RSV μπορεί επίσης να εμφανίσουν πονόλαιμο, κεφαλαλγία, συμφόρηση και κόπωση.

Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις οι εκδηλώσεις είναι ήπιες, ο RSV μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση υποκείμενων νοσημάτων καθώς και σοβαρές επιπλοκές, που μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή. Στις επιπλοκές σοβαρής λοίμωξης από RSV περιλαμβάνονται η βρογχιολίτιδα (φλεγμονή των μικρών αεραγωγών των πνευμόνων) και η πνευμονία (λοίμωξη των πνευμόνων).

Σε βρέφη και μικρά παιδιά, οι ενδείξεις σοβαρής λοίμωξης RSV που απαιτούν επείγουσα ιατρική φροντίδα συνδέονται με δύσπνοια. Οι σύντομες και επιπόλαιες αναπνοές, η αναπέταση των ρουθουνιών κατά την εισπνοή, η θορυβώδης αναπνοή, οι παύσεις στην αναπνοή και ο σκαφοειδής θώρακας σηματοδοτούν την ανάγκη για επείγουσα ιατρική φροντίδα. Επιπλέον, οι γονείς θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην εμφάνιση των χειλιών, του στόματος ή των νυχιών των χεριών με μπλε χρώμα, καθώς αυτό αποτελεί ένδειξη επικίνδυνα χαμηλών επιπέδων οξυγόνου στο αίμα (κυάνωση). Τα βρέφη ενδέχεται επίσης να εμφανίσουν σήψη, λοίμωξη του αίματος που μπορεί να προκαλέσει ποικίλα συμπτώματα, όπως πτώση της αρτηριακής πίεσης, αύξηση του καρδιακού ρυθμού και πυρετό.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς με RSV ενδέχεται να εμφανίσουν επιπλοκές, όπως επιδείνωση της χρόνιας αναπνευστικής πνευμονοπάθειας (ΧΑΠ) και καρδιακή νόσο.

Ο RSV μεταδίδεται από άτομο σε άτομο μέσω σωματιδίων και σταγονιδίων που απελευθερώνονται στον αέρα όταν ένα μολυσμένο άτομο αναπνέει, μιλάει, βήχει ή φτερνίζεται, αλλά μπορεί επίσης να μεταδοθεί μέσω της στενής επαφής, όπως τα φιλιά από τους γονείς στα παιδιά. Ο RSV μπορεί επίσης να εξαπλωθεί μέσω των σταγονιδίων που επικάθονται σε επιφάνειες με τις οποίες έρχονται σε επαφή άλλα άτομα, τα οποία εν συνέχεια, αγγίζοντας με τα χέρια τους τη μύτη, το στόμα ή τα μάτια τους, μπορεί να μολυνθούν με τον ιό. Πρόκειται για έναν συνήθη τρόπο μετάδοσης του ιού σε βρέφη και μικρά παιδιά, τα οποία αγγίζουν τις μολυσμένες επιφάνειες και τα παιχνίδια ή τα βάζουν στο στόμα τους.

Το 2023, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε το πρώτο εμβόλιο κατά του RSV, κατάλληλο για την προστασία βρεφών ηλικίας έως έξι μηνών, καθώς και δύο εμβόλια για ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας. Όταν χορηγείται στη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα αντισώματα που παράγονται ως απάντηση στο εμβόλιο περνούν από τον πλακούντα στο έμβρυο, προστατεύοντας το παιδί για έως και έξι μήνες μετά τη γέννηση.

Τα γενικά μέτρα πρόληψης είναι τα ίδια όπως και για τους περισσότερους άλλους ιούς του αναπνευστικού συστήματος. Η λήψη μέτρων, όπως το συχνό πλύσιμο και η απολύμανση των χεριών, η κάλυψη της μύτης και του στόματος κατά το φτάρνισμα καθώς και η αποφυγή επαφής με άλλα άτομα όταν κάποιος νοσεί, μπορεί να συμβάλουν στον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού και στην προστασία των ευάλωτων ατόμων.

Οι ήπιες περιπτώσεις RSV δεν απαιτούν συνήθως καμία θεραπεία, καθώς οι άνθρωποι αναρρώνουν μόνοι τους μετά από λίγες ημέρες. Τα βρέφη ηλικίας κάτω των έξι μηνών ενδέχεται να χρειαστούν νοσηλεία για την παρακολούθηση της αναπνοής και των επιπέδων οξυγόνου στο αίμα τους.

Σε σοβαρές περιπτώσεις, η νοσοκομειακή περίθαλψη μπορεί να περιλαμβάνει υποστηρικτική φροντίδα, όπως υποστήριξη του αναπνευστικού συστήματος, και αντιιική φαρμακευτική αγωγή μαζί με ειδικές θεραπείες για τις επιπλοκές που ενδέχεται να προκύψουν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών μπορεί να χορηγηθεί από τον γιατρό τους φαρμακευτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένων αντιιικών θεραπειών, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος σοβαρής νόσου σε περίπτωση που προσβληθούν από τον ιό.

Το εμβόλιο χορηγείται ως εφάπαξ δόση 0,5 mL με ενδομυϊκή ένεση μόνο, κατά προτίμηση στον δελτοειδή μυ. Η ανάγκη για επανεμβολιασμό με μια επακόλουθη δόση δεν έχει τεκμηριωθεί. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.

Μπορεί να χορηγηθεί συγχρόνως με το εμβόλιο κατά της εποχικής γρίπης (τετραδύναμο, τυπική δόση, μη ανοσοενισχυμένο, αδρανοποιημένο) αλλά σε  διαφορετική θέση ένεσης.

Το εμβόλιο αντενδείκνυται σε οποιονδήποτε έχει υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα. Όπως συμβαίνει με όλα τα ενέσιμα εμβόλια, η κατάλληλη ιατρική θεραπεία και επίβλεψη θα πρέπει να είναι πάντα άμεσα διαθέσιμη σε περίπτωση αναφυλακτικού συμβάντος μετά τη χορήγηση του εμβολίου.

Το προφίλ ασφάλειας που παρουσιάζεται παρακάτω βασίζεται σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, Φάσης ΙΙΙ κλινική μελέτη (που διεξήχθη στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική, την Ασία και το Νότιο ημισφαίριο) σε ενήλικες ηλικίας ≥60 ετών, κατά την οποία πάνω από 12.000 ενήλικες έλαβαν μία δόση του εμβολίου και πάνω από 12.000 έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Στους συμμετέχοντες στη μελέτη ηλικίας 60 ετών και άνω, οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν άλγος στη θέση ένεσης (61%), κόπωση (34%), μυαλγία (29%), κεφαλαλγία (28%) και αρθραλγία (18%). Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιας ή μέτριας έντασης και υποχώρησαν εντός λίγων ημερών μετά τον εμβολιασμό. Οι περισσότερες άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες δεν ήταν συχνές και αναφέρθηκαν παρόμοια ανάμεσα στις ομάδες της μελέτης.

Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του εμβολίου στην πρόληψη της σχετιζόμενης με τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV), νόσο του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος (LRTD), με έναρξη από τις 15 ημέρες μετά τον εμβολιασμό σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 82,6% στους συμμετέχοντες ηλικίας 60 ετών και άνω.

Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του εμβολίου σε έγκυες γυναίκες. Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Είναι άγνωστο εάν το εμβόλιο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο ή ζωικό γάλα.

Όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε εμβόλιο, ο εμβολιασμός μπορεί να μην έχει ως αποτέλεσμα την προστασία όλων των εμβολιασμένων.

Η λιανική τιμή καθαρίστηκε στα 205,98€ και αναμένεται το ποσοστό επιχορήγησης από τους οργανισμούς κοινωνικών ασφαλίσεων

Πηγή:

 

Σχετικά άρθρα